Χθες το βράδυ είχαμε δύο σημαντικές εξελίξεις αναφορικά με τον κορονοϊό που δείχνουν ότι –επιτέλους- κάτι αλλάζει.

Η πρώτη, σε διεθνές επίπεδο αφορά τις αποφάσεις του Eurogroup. Μπορεί να μην είχαμε σκληρά μέτρα και λεφτά στο τραπέζι, όμως η ελληνική πλευρά πέρασε το μήνυμά της και αυτό έγινε αποδεκτό.

Το «πάγωμα» του Συμφώνου Σταθερότητας, η εξαίρεση των δαπανών για τον κορονοϊό και το μεταναστευτικό και η μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι αναγκαίες προϋποθέσεις προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική οικονομική στήριξη. Και με τα νέα δεδομένα, δημιουργείται ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος ώστε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, τόσο άμεσα, όσο και σε δεύτερο χρόνο, όταν η οικονομία θα χρειαστεί πραγματικό καύσιμο.

Το πώς και πότε θα εξειδικευθούν αυτά είναι μια άλλη κουβέντα, αλλά το πρώτο –σημαντικό βήμα έγινε. Και αποδείχθηκε ότι εφόσον η ελληνική πλευρά πήγε σοβαρή και προετοιμασμένη στη συζήτηση, πέτυχε αυτό που ήθελε χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Οι Εκκλησίες

Η δεύτερη αφορά το κλείσιμο των Εκκλησιών. Για το θέμα είχα γράψει και στο παρελθόν, υποστηρίζοντας σθεναρά ότι «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Και, όπως φαίνεται, την ίδια άποψη ενστερνίζεται και ο πρωθυπουργός, καθώς, μετά τη μεσοβέζικη ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου, άμεσα ξεκαθάρισε το τοπίο, απαγορεύοντας τις μαζικές θρησκευτικές εκδηλώσεις. Μια απόφαση που μπορεί να θεωρήθηκε από κάποιους ασαφής στο κομμάτι της ατομικής λατρείας, όμως σίγουρα είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, ειδικά στις συνθήκες που ζούμε.

Με λίγα λόγια, σε αυτά τα δύο μέτωπα, εφόσον επιδείχθηκε η απαραίτητη σοβαρότητα και ήρθε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι καλώς καμωμένα και ότι δεν έχουν γίνει αστοχίες -είτε στο παρελθόν που τις πληρώνουμε τώρα, είτε στην τρέχουσα συγκυρία.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι σε αυτή τη φάση η κυβέρνηση επιδεικνύει την απαραίτητη σοβαρότητα. Σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν σήμερα στη Βρετανία ή και στην Ιταλία, πριν καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος. Και, για να λέμε την αλήθεια, σοβαρή είναι και η στάση της αντιπολίτευσης, που –εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- δεν καπηλεύεται τη συγκυρία για πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.

Προφανώς, κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει η κατάσταση και τι πληγές θα αφήσει στους ανθρώπους και στην οικονομία. Ελπίζω όμως η σοβαρότητα που βιώνουμε αυτές τις κρίσιμες στιγμές να μας ακολουθήσει και στη συνέχεια.