Στη ζωή μας υπάρχει πληθώρα προϊόντων που παράγονται σε μακρινές χώρες κάτω από άγνωστες για εμάς συνθήκες – από ρουχισμό και τρόφιμα μέχρι ηλεκτρονικές συσκευές. Στις εφοδιαστικές αλυσίδες των πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται σε χώρες του εξωτερικού παρατηρούνται ωστόσο σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, όπως και παραβιάσεις που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια τόσο των ανθρώπων, όσο και του περιβάλλοντος. 

Έχει αποδειχθεί, για παράδειγμα, ότι η εργασία στις αλυσίδες εφοδιασμού συχνά χαρακτηρίζεται από έντονες πιέσεις στους μισθούς και κακές εργασιακές συνθήκες, από συχνές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιβολή υπερωριών, παιδική εργασία, σεξουαλική παρενόχληση, διακρίσεις, έκθεση σε τοξικές ουσίες και εφαρμογή αντιποίνων σε εργαζόμενους που επιχειρούν να συνδικαλιστούν. 

Εθνικοί νόμοι που να δεσμεύουν τις πολυεθνικές στην κατάργηση τέτοιων πρακτικών δεν υπάρχουν δυστυχώς σε μεγάλη έκταση, με την εξαίρεση της Γαλλίας, που ψήφισε το 2017 έναν νόμο που δεσμεύει τις μητρικές εταιρείες με νομική ευθύνη για τις θυγατρικές τους και τους προμηθευτές τους στην περίπτωση παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή καταστροφής του περιβάλλοντος. Ο νόμος επήλθε μετά από σοβαρά γεγονότα που προκάλεσαν παγκόσμια οργή, όπως η κατάρρευση της Rana Plaza ή οι φωτιές σε εργοστάσια του Μπαγκλαντές και του Πακιστάν, που προκάλεσαν το θάνατο σε περισσότερους από 1500 ανθρώπους.

Ο Γαλλικός νόμος αφορά το «καθήκον επαγρύπνησης» (corporate duty of vigilance), που αναγνωρίζει τη νομική ευθύνη των μητρικών εταιρειών, καθώς και την ευθύνη στην περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης, για θυγατρικές τους, τους υπεργολάβους και τους προμηθευτές τους στην περίπτωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή παραβιάσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Παράλληλα, ο νόμος αντιμετωπίζει και τη νομική πολυπλοκότητα των πολυεθνικών εταιρειών, καθώς και τις διάφορες εμπορικές σχέσεις στις οποίες αυτές μπορεί να εμπλακούν μαζί με άλλους επιχειρηματικούς εταίρους.

Ο νόμος, ο οποίος είναι ο καρπός μακροχρόνιων εκστρατειών της κοινωνίας των πολιτών, αποτελεί ένα μεγάλο βήμα μπροστά, και συγκεκριμένα ένα βήμα προς την καταπολέμηση της ατιμωρησίας των πολυεθνικών και άλλων εταιρειών που παραβιάζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων τους και των τοπικών κοινοτήτων και μολύνουν το περιβάλλον σε όλο τον κόσμο. Παρόλα αυτά, υπήρξε μαζική άσκηση πίεσης από τον ιδιωτικό τομέα ενάντια στο νομοσχέδιο, η οποία καθυστέρησε την υιοθέτηση του νόμου και εξασθένισε ως ένα βαθμό και το περιεχόμενό του (για παράδειγμα, έγινε ακύρωση των μεγάλων προστίμων για τους διευθύνοντες των εταιρειών). 

Γεγονός όμως παραμένει ότι ο νόμος αυτός έθεσε τις βάσεις για περαιτέρω διεθνείς και δεσμευτικές νομοθεσίες, ενώ πυροδότησε διαπραγματεύσεις στα Ηνωμένα Έθνη σχετικά με τη δημιουργία ενός διεθνούς, νομικά δεσμευτικού μέσου που θα αφορά τις πολυεθνικές εταιρείες και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλοί παρόμοιοι νόμοι στον υπόλοιπο κόσμο. Οι κυβερνήσεις συχνά διστάζουν να ρυθμίσουν τη λειτουργία των πολυεθνικών εταιρειών στις παγκόσμιες εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Ωστόσο, τέτοιου είδους ρυθμίσεις θα ήταν τόσο ωφέλιμες όσο και επικερδείς για τις επιχειρήσεις που θέλουν να κάνουν το σωστό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ξεπεραστούν από τους ανταγωνιστές τους που δεν το κάνουν. Τέτοιο παράδειγμα είναι η Apple που έχει σοβαρά θέματα μη τήρησης καλών εργασιακών πρακτικών στην Κίνα.

Στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας αγοράς, οι εταιρείες πλέον κρίνονται και αξιολογούνται και βάσει του σεβασμού που αποδεδειγμένα επιδεικνύουν στις παγκόσμιες αρχές κοινωνικής και περιβαλλοντικής υπευθυνότητας και απέναντι σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τους. Οι ηθικές εταιρείες που λειτουργούν με διαφάνεια έχει αποδειχθεί ότι ανταμείβονται από τους πελάτες και καταναλωτές και αυτό έχει επαληθευτεί από παγκόσμιες έρευνες.

Είναι πιθανό ότι η πρωτοβουλία της Γαλλίας θα λειτουργήσει ως παράδειγμα και για άλλες προηγμένες  χώρες της Βόρειας Ευρώπης ώστε να θεσπίσουν τους δικούς τους νόμους, όμως αυτό που χρειάζεται είναι μια παγκόσμια νομοθεσία, δεσμευτική και όχι απλώς ως σύσταση, ένα παγκόσμιο πρότυπο για προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Προς αυτή την κατεύθυνση, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας σκοπεύει να δημιουργήσει μια νέα πολυεθνική Συνθήκη. Στόχος να ενισχυθεί και να γίνει υποχρεωτική η υπευθυνότητα των πολυεθνικών για τους υπεργολάβους τους, κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, ώστε να μειωθούν οι παραβιάσεις αυτού του τύπου και να προαχθεί μια υγιής επιχειρηματική λειτουργία που μόνο οφέλη μπορεί να φέρει στην ίδια την επιχείρηση, τόσο οικονομικά όσο και σε πολλαπλά άλλα επίπεδα.