Ας ξεκινήσουμε με τα βασικά: Η οικονομία είναι σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από το 2015, το Grexit δεν υπάρχει στο τραπέζι, η ηρεμία έχει επικρατήσει και η χώρα βρίσκεται εκτός μνημονίων και –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο- εντός αγορών.

Το θέμα είναι πώς διαχειριζόμαστε την εξέλιξη αυτή και πώς αξιοποιούμαι το όποιο θετικό momentum υπάρχει για μια οικονομία που επί μία δεκαετία βρίσκεται σε συνεχή πίεση. Και εδώ υπάρχει το κρίσιμο ζήτημα.

Χθες ανακοινώθηκε πρωτογενές πλεόνασμα-ρεκόρ 4,4% του ΑΕΠ για το 2018. Εξέλιξη που, σε πρώτη ανάγνωση φαντάζει θετική. Ναι, η εποχή του αλόγιστου δανεισμού και των διψήφιων ελλειμμάτων έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Μετά από μια πολύ σκληρή 10ετία περικοπών επί δικαίων και αδίκων το «μαγαζί» φαίνεται ότι έχει μαζευτεί.

Και, όπως αναμενόταν, πριν στεγνώσει καν το μελάνι, το υπερπλεόνασμα μετατρέπεται σε παροχές και φορελαφρύνσεις. Θα μου πείτε, και αυτό κακό είναι; Δεν είναι πάγιο αίτημα να μειωθεί ο ΦΠΑ στην εστίαση; Δεν πρέπει να μειωθούν οι φόροι; Δεν πρέπει να ελαφρυνθεί ο κόσμος που όλα αυτά τα χρόνια έχει δει τα πραγματικά του εισοδήματα να συρρικνώνονται λόγω φόρων;

Προφανώς και ναι. Μόνο που υπάρχει ένα άλλο κομμάτι στην εξίωση, που χαλάει την ειδυλλιακή εικόνα. Και αναφέρομαι στην ανάπτυξη της χώρας που το  2018 έφτασε με το ζόρι το 1.9%, χάνοντας για ακόμη μια φορά το στόχο. 

Ο συσχετισμός είναι  προφανής. Το οικονομικό επιτελείο επέλεξε να «κόψει» από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, να «παγώσει» πληρωμές και ευρύτερα να στεγνώσει την αγορά από ρευστό ούτως ώστε να εξασφαλίσει υπερπλεόνασμα. Με σκοπό προφανώς να επιστρέψει ένα κομμάτι του σε στοχευμένες κοινωνικές ομάδες και μάλιστα μεσούσης τη προεκλογικής περιόδου. Πολιτικά κατανοητό, αλλά οικονομικά καταστροφικό. 

Και αυτό γιατί, αυτή τη στιγμή, η οικονομία έχει άμεση ανάγκη από ένα «αναπτυξιακό σοκ». Οι εκτιμήσεις  συγκλίνουν ότι για να καταφέρει να πάρει ουσιαστικές ανάσες, η ανάπτυξη πρέπει να φτάσει στο 4% με 5% και όχι να βρίσκεται οριακά στα επίπεδα του πληθωρισμού. Και αυτό για να γίνει χρειάζεται (και) κρατικούς πόρους. Δημόσιες επενδύσεις, έγκαιρες πληρωμές και επιστροφές ΦΠΑ αλλά και αναπτυξιακά μέτρα που θα στηρίξουν άμεσα τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες και τις νέες θέσεις εργασίας. 

Μόνο υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική ανάκαμψη της οικονομίας, η οποία θα βάλει ξανά τη χώρα σε σταθερές ράγες. Αλλιώς, αν κάθε χρόνο κόβουμε για να δώσουμε πλεόνασμα, ουσιαστικά στηρίζουμε μεν πρόσκαιρα την κατανάλωση, μακροχρόνια όμως κάνουμε κύκλους γύρω από τον εαυτό μας.