Η Ευρώπη έχει μακρά ιστορία επιτευγμάτων όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών. Το 1972 οι Ευρωπαίοι υπουργοί επικύρωσαν πέντε θεμελιώδη δικαιώματα των καταναλωτών. Το 1997 οι καταναλωτές απέκτησαν το δικαίωμα να επιστρέφουν προϊόντα που αγόρασαν μέσω διαδικτύου. Το 1999 δόθηκε στους καταναλωτές το δικαίωμα σε δωρεάν διετή εγγύηση έναντι ελαττωματικού προϊόντος, ανεξάρτητα από το αν αγοράστηκε μέσω διαδικτύου, σε κατάστημα ή μέσω ταχυδρομικής παραγγελίας. Το 2020 μια νέα οδηγία επιτρέπει στους καταναλωτές να ενώνουν τις δυνάμεις τους και να δρομολογούν συλλογικές δράσεις στην ΕΕ σε δόλιες διακρατικές υποθέσεις, όπως π.χ. το σκάνδαλο «Dieselgate». Χάρη στις σύγχρονες δυνατότητες οι Ευρωπαίοι καταναλωτές παρέμειναν ασφαλείς και είναι σε θέση να απολαμβάνουν ορισμένα από τα ισχυρότερα δικαιώματα στον κόσμο σήμερα.

Το 2020 ήταν ιδιαίτερη χρονιά, αλλά δεν αποτέλεσε εξαίρεση για την προστασία αυτή, για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αύξηση των διαδικτυακών αγορών κατά το 2020 — η οποία εκτιμάται ότι είναι υψηλότερη από ό,τι την τελευταία πενταετία συνολικά, οδήγησε σε μαζική αύξηση του αριθμού των ψευδών διαφημίσεων, των πλαστών προϊόντων και των ψευδών αξιολογήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συντόνισε το έργο της ΕΕ με τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες για την απόσυρση εκατομμυρίων δόλιων καταχωρίσεων.

Για άλλη μια φορά, η ΕΕ απέδειξε ότι μπορεί να στηρίξει τους καταναλωτές, όταν κάτι δεν πάει καλά. Ωστόσο, η μέριμνα για τους καταναλωτές αφορά επίσης την παροχή της δυνατότητας στους καταναλωτές να κάνουν τις σωστές επιλογές. Καθώς εκατομμύρια άτομα σαρώνουν το διαδίκτυο τον τρέχοντα μήνα για μια καλή προσφορά, αναλογιστείτε ότι το 42 % του πληθυσμού της ΕΕ δεν διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες. Οι καταναλωτές πρέπει να επαγρυπνούν και να γνωρίζουν οι ίδιοι τους κινδύνους. Οι ηλεκτρονικές αξιολογήσεις δεν μπορούν πάντα να είναι αξιόπιστες και «η καλύτερη προσφορά» είναι συχνά πολύ καλή για να είναι αληθινή.

Κάθε προϊόν που αγοράζουμε είναι μια επιλογή — κυρίως με βάση την τιμή, ενίοτε με βάση την ευκολία και πλέον συχνότερα με βάση τη βιωσιμότητα. Είναι σκόπιμο να ρωτήσουμε ποιος είναι ο αντίκτυπος εάν κάνουμε όλες τις αγορές μας στο διαδίκτυο — μπορούν οι μικροί έμποροι λιανικής να ανταγωνιστούν δίκαια τις μεγάλες πλατφόρμες; Θα πρέπει να επιλέξουμε την υπηρεσία «click and collect» («κράτηση και παραλαβή από το κατάστημα») ή να ζητήσουμε την παράδοση στην πόρτα; Κατά τη μετάβαση προς ένα υγιέστερο, κλιματικά ουδέτερο μέλλον με αποδοτική χρήση των πόρων, η επιλογή της βιωσιμότητας είναι η σωστή επιλογή, αλλά υπάρχουν εμπόδια στην πορεία αυτή.

Οι καταναλωτές μπορούν να κάνουν τη σωστή επιλογή, μόνο εάν υπάρχουν επαρκείς διαθέσιμες πληροφορίες. Πόσο μακριά έχει ταξιδέψει το προϊόν για να φτάσει σ’ εμένα; Ποιο είναι το περιβαλλοντικό αποτύπωμα; Πολλοί καταναλωτές επιθυμούν επίσης να γνωρίζουν τη διάρκεια ζωής ενός προϊόντος. Ορισμένοι είναι πρόθυμοι ακόμη και να δαπανήσουν περισσότερα χρήματα προς όφελος της βιωσιμότητας. Τι συμβαίνει εάν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες, αλλά δεν είναι αξιόπιστες και οι καταναλωτές δεν μπορούν να ξέρουν ποια προϊόντα είναι πραγματικά οικολογικά; Πολλοί ανησυχούν γι’ αυτό. Ένας τρόπος για την ενδυνάμωση των καταναλωτών είναι να εξασφαλιστεί ότι οι κατασκευαστές και οι πωλητές παρέχουν περισσότερες πληροφορίες. Ένας άλλος τρόπος είναι να απαγορευτεί το «πράσινο ξέπλυμα».

Οι καταναλωτές μπορούν επίσης να κάνουν τη σωστή επιλογή, μόνον εάν υπάρχουν βιώσιμα προϊόντα στην αγορά. Τα προϊόντα δεν θα πρέπει να κατασκευάζονται για να χαλάσουν, αλλά για να διαρκούν σε μια κλιματικά ουδέτερη, αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων και υγιή κυκλική οικονομία. Οι κατασκευαστές θα πρέπει να υποχρεούνται να παράγουν ανταλλακτικά που να μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι ένα προϊόν εξακολουθεί να πληροί τα πρότυπα ασφάλειας σε επίπεδο ΕΕ. Εάν μια ηλεκτρική σκούπα χαλάσει ή η λειτουργία ενός κινητού τηλεφώνου επιβραδυνθεί λόγω της νέας τεχνολογίας, η πρώτη επιλογή θα πρέπει να είναι η επιδιόρθωση και όχι η αντικατάσταση και δεν θα πρέπει η επιλογή αυτή να κοστίζει περισσότερο.

Οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν επίσης να μας βοηθήσουν να κάνουμε βιώσιμες επιλογές, όπως εξελιγμένα επιγραμμικά εργαλεία σύγκρισης ή «πράσινες» εφαρμογές, ώστε να παρακολουθείτε την ενεργειακή σας κατανάλωση. Εξακολουθούν όμως να υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τους έξυπνους μετρητές. Μπορούν να βοηθήσουν ένα νοικοκυριό να παρακολουθεί την κατανάλωση ενέργειας, αλλά πολύ λίγοι διαθέτουν προσβάσιμη διεπαφή. Οι έξυπνες λύσεις που είναι μακροπρόθεσμα ενεργειακά αποδοτικότερες μπορεί επίσης να απαιτήσουν υψηλότερο αρχικό κόστος και ο καταναλωτής να αναγκαστεί να ζητήσει πίστωση. Όταν πρόκειται για πίστωση, πρέπει να διασφαλίσουμε την παροχή όλων των σχετικών πληροφοριών, εκτός και εντός διαδικτύου, και την ευρεία διάθεση συμβουλών σχετικά με το χρέος.

Η βιώσιμη μετάβαση θα πρέπει να είναι ακριβώς αυτή — βιώσιμη για το περιβάλλον αλλά και για το άτομο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε πρόσφατα ένα νέο θεματολόγιο για τους καταναλωτές, με σκοπό τη στήριξη των πολιτών μέσω της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Στόχος δεν είναι μόνο η προστασία των καταναλωτών που είναι πιο αδύναμοι, αλλά και η ενίσχυσή τους για το μέλλον. Οι καταναλωτές μπορούν να αφεθούν χωρίς ενδοιασμούς στις εξελίξεις της εποχής, γνωρίζοντας ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξακολουθούν να τους προστατεύουν. Μπορούν όμως επίσης να προωθήσουν την αλλαγή. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να τους δώσουν τα μέσα για να το πράξουν.