Η Νέα Δημοκρατία έκανε καλά και άνοιξε το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού. Είναι ένα ζήτημα το οποίο οι προηγούμενες κυβερνήσεις το είχαν αφήσει εκτός της ατζέντας, καθώς εκτός από περίπλοκο ενέχει και πολλές πολιτικές και κομματικές προεκτάσεις. 

Πέρα από τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες, και το πόση επιρροή μπορεί να πιστεύει ότι έχει κάθε παράταξη στο εξωτερικό το βασικό και ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι ένα: Ποιοι πρέπει να αποφασίζουν για τη χώρα; 

Αρκεί κάποιος να είναι Έλληνας, να έχει δηλαδή την ελληνική ιθαγένεια; Μπορεί δηλαδή κάποιος που γεννήθηκε στη Μελβούρνη από Έλληνες γονείς (ή έναν Έλληνα γονέα) και έχει επισκεφθεί μια-δυο φορές την Ελλάδα να αποφασίζει για τη χώρα; Μάλλον όχι. 

Οι Έλληνες του εξωτερικού που θα ψηφίζουν θα πρέπει να έχουν άμεση σχέση με τη χώρα. Να έχουν κάποια δραστηριότητα εδώ, περιουσία, οικογένεια, να έχουν ΑΦΜ και να φορολογούνται. Θα πρέπει αυτοί που  έχουν λόγο για την πολιτική του τόπου να είναι έτοιμοι να υποστούν και τις συνέπειες, όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι. Οι δεσμοί αίματος, και η αγάπη για την πατρίδα όσο σημαντικές και αν είναι για τον Ελληνισμό, δεν φτάνουν. 

Είναι λοιπόν βασικό να προσμετρηθεί και το πόσο καιρό λείπει κάποιος από την Ελλάδα. Ψήφο θα πρέπει να έχουν αυτοί που έφυγαν πριν από κάποια χρόνια. Και ειδικά όσοι συμπολίτες, φίλοι και συγγενείς αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν λόγω της κρίσης. Πρόκειται για αυτούς που έχουν και τις περισσότερες πιθανότητες να επιστρέψουν. 

Και για να αναφέρουμε και το αυτονόητο. Ψήφο εκτός των –εξ αίματος– Ελλήνων θα πρέπει να έχουν και όσοι προέρχονται απ’ άλλες χώρες και ζουν, εργάζονται και φορολογούνται στην Ελλάδα. Ειδικά παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ. 

Το θέμα της ψήφου δεν είναι απλό, ούτε πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις με ελαφρά την καρδία. Λέμε συχνά ότι στην αστική δημοκρατία η ψήφος είναι ένα από τα βασικά όπλα του κάθε πολίτη. Και όπως συμβαίνει με όλα τα όπλα είναι πολύ σημαντικό να προσέχουμε ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά.