Σε μεγάλο «πονοκέφαλο» έχουν αναδειχθεί για τους ανά τον κόσμο αναλυτές οι επόμενες κινήσεις των διεθνών αγορών, στη σκιά της κορύφωσης της αβεβαιότητας που επικρατεί στην παγκόσμια οικονομία.

Και μπορεί η Wall Street να έχει σημειώσει 13 απανωτά ρεκόρ φέτος και να έχει παράξει 5 τρισ. δολάρια πλούτου, καλείται, ωστόσο, να βρεθεί αντιμέτωπη με σειρά προκλήσεων, όπως ο δριμύς εμπορικός πόλεμος των ΗΠΑ με την Κίνα, η άνοδος του δολαρίου, τα αδύναμα οικονομικά μεγέθη, η επιβράδυνση της ανάπτυξης. Ο δείκτης βαρόμετρο της Wall, o S&P 500, αρνείται να το «βάλει κάτω» και οδεύει για την καλύτερη του χρονιά της τελευταίας εξαετίας! Κι όμως, επενδυτές και αναλυτές παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα την αντίδραση των αγορών στο νέο γύρο κορύφωσης της εμπορικής διένεξης ΗΠΑ και Κίνας.

Όπως αναφέρει το Bloomberg, ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η χθεσινή μέρα, Παρασκευή. Μια σειρά από tweets του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, γεμάτα απειλές και προειδοποιήσεις κατά του Πεκίνου, ήταν αρκετά για να επιφέρουν νέο «σοκ» στην αμερικανική αγορά και να την οδηγήσουν στην τρίτη κατά σειρά πτώση άνω του 2% μέσα στον Αύγουστο.

«Θεωρείτε ότι προετοιμαζόμαστε για το απρόσμενο, αλλά μάλλον όχι», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Marvin Loh, στρατηγικός αναλυτής της State Street. «Αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο να αναπτύξουμε αντιστάσεις σε μια κατάσταση που αλλάζει με τόσο επιθετικό τρόπο», σημειώνει.

«Έτσι όπως τείνει να διαμορφώνεται το περιβάλλον, οι επενδυτές πρέπει να επιδεικνύουν εξαιρετική ευελιξία, καθώς όλα μπορούν να αλλάξουν σε μια στιγμή», σχολιάζει ο Ed Campbell, γενικός διευθυντής της QMA. «Είναι μια φάση περίεργη η τρέχουσα. Δύσκολα μπορεί κανείς να δηλώσει επιθετικά overweight στις μετοχές σε μια τέτοια κατάσταση», προσθέτει.

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι από τις αρχές του 2019, ο δείκτης S&P 500 μετρά κέρδη 15%.

Για τον John Augustine της Huntington Private Bank, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να είναι αισιόδοξοι οι επενδυτές, καθώς, παρά τις απειλές, οι εμπορικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, ορισμένες από τις ισχυρότερες κεντρικές τράπεζες του πλανήτη είναι έτοιμες να αναλάβουν δράση και η καταναλωτική εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ βαίνει ικανοποιητικά. «Δεν χάνουμε την πίστη μας», δηλώνει ο ίδιος.