Μεγαλύτερο «βάθος» στο ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται να δώσει από το νέο έτος ο ΟΔΔΗΧ, μετά και τη δεύτερη επέκταση του έκτακτου προγράμματος για την πανδημία PEPP (Pandemic Emergency Purchase Programme) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατά 500 δισ. ευρώ στα 1,85 τρισ. ευρώ.

Έτσι, το μεγάλο «στοίχημα» για την ελληνική πλευρά πλέον, έχοντας διατηρήσει το όγκο των εκδόσεων στα επίπεδα των 8 - 12 δισ. ευρώ, έγκειται στην αντικατάσταση ένος μέρους του βραχυπρόθεσμου δανεισμού με την έκδοση πιο μακροπρόθεσμων τίτλων διάρκειας από 10 μέχρι 30 έτη. Αυτό άλλωστε θα έχει και υποστηρικτικό ρόλο τόσο στο σχεδιασμό των εισηγμένων που αναμένουν να σηκώσουν νέες εκδόσεις για την υλοποίηση διάφορων project, όσο και στη λογική των αγορών εκ μέρους της Φρανκφούρτης και της επανατοποθέτησης των επενδυτών σε άλλο τίτλο μακρύτερης διάρκειας, συμβάλλοντας έτσι στη σταδιακή επιπεδοποίηση της καμπύλης αποδόσεων.

Σε αυτό, συντείνει και το γεγονός πως, ενώ το ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται να φτάσει το 208% του ΑΕΠ σύμφωνα με την έκθεση DSA του ΔΝΤ, θα παραμείνει βιώσιμο μεσοπρόθεσμα, με τους κινδύνους ωστόσο ενός χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης και της μη άμεσης επιστροφής στα πρωτογενή πλεονάσματα, να απειλούν τόσο τη πορεία αυτού, όσο και των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών (GFN). Παράλληλα, αξίζει να αναφερθεί πως εάν ο προϋπολογισμός επιβεβαιωθεί σε ότι αφορά τα έσοδα των αποκρατικοποιήσεων, τα ευρωπαϊκά κεφάλαια και τα έντοκα και με βάση το μικρότερο «καλάθι» που κρατά ο ΟΔΔΗΧ σε αυτό το σκέλος, μπορεί να βρεθεί με έναν πρόσθετο όγκο 3,6 - 4,1 δισ. ευρώ.

Από την άλλη, «αγκάθι» για την ελληνική οικονομία παραμένει η έλλειψη του investment grade, που για την ώρα μπορεί να μην γίνεται ορατό καθώς η ΕΚΤ έχοντας απλώσει ένα τεράστιο «δίχτυ προστασίας» πάνω από την Ευρωζώνη, έχει παρασύρει τις αγορές στο δικό της μονοπάτι μη αφήνοντας περιθώρια αμφισβήτησης. Ωστόσο, το τέλος του PEPP το Μάρτιο του 2022, με τις λήξεις να επανεπενδύονται μέχρι το τέλος του 2023 θα πρέπει να φέρει την Ελλάδα τρία σκαλοπάτια υψηλότερα στα rating actions ώστε να συμμετέχει κανονικά στο επόμενο QE, με τη σωστή αποτελεσματική και έγκαιρη χρήση των κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης να αποτελεί «game changer», κάτι που έχει καταστεί σαφές από όλους τους οίκους αξιολόγησης.

Αν δεν επιτευχθεί ο στόχος αυτός τότε θα πρέπει να διερευνηθεί το «μονοπάτι» της συμμετοχής μέσω waiver, με τις φθηνές πιστωτικές γραμμές του ESM να μη φεύγουν από το τραπέζι. Εξάλλου, η αναμέτρηση της νομισματικής πολιτικής με το αχαρτογράφητο τοπίο της ανάπτυξης θα φέρει ξανά το «στρατηγείο» της Φρανκφούρτης αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον ευατό και την αντισυμβατικότητα των εργαλείων του.

 

Οι ξένοι οίκοι διατηρούν την Ελλάδα στα μεγάλα διεθνή «ραντάρ»

 

Σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα δανεισμού του ΟΔΔΗΧ, το «χαλί» έχει ήδη στρωθεί από τους ξένους οίκους, που συνεχίζουν να διατηρούν ζωντανό το επενδυτικό «story» των ελληνικών ομολόγων, αλλά και ευρύτερα της ελληνικής οικονομίας. Ενδεικτικό είναι πως τόσο η JP Morgan, όσο και η Societe Generale επισήμαναν πρόσφατα σε εκθέσεις τους πως εάν οι συνθήκες το επιτρέψουν, ο ΟΔΔΗΧ θα μπορούσε να δοκιμάσει εντός του πρώτου τριμήνου μία έκδοση 30ετούς τίτλου, προσθέτοντας παράλληλα πως το «ράλι» στα ελληνικά ομόλογα θα συνεχιστεί καθώς οι επενδυτές συνεχίζουν να αναζητούν αποδόσεις σε ένα περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων με το spread κατά μ.ο του εγχώριου 10ετούς να κινείται κοντά στις 100 μ.β. έως το τέλος του 2021.

Η αμερικανική τράπεζα δε διστάζει μάλιστα να εκτιμήσει πως η Κριστίν Λαγκάρντ δεν έχει πει ακόμη την τελευταία της λέξη καθώς ο χαμηλός πληθωρισμός θα την οδηγήσει πιθανότατα σε μία νέα αύξηση είτε του PEPP είτε του APP (αγορά στοιχείων ενεργητικού), κατά 500 δισ. ευρώ. Αντίστοιχα και η Citi, προσπαθώντας να μπει «σφήνα» στις Goldman Sachs και Morgan Stanley ώστε να ισχυροποιήσει τη θέση της ως -βασική- ανάδοχος στις εκδόσεις του ελληνικού δημοσίου, φροντίζει να διατηρεί την εγχώρια αγορά και οικονομία στα μεγάλα «διεθνή ραντάρ».

 

Τι εκτιμούν Θεμιστοκλέους - Βαμβακίδης - Ντάρβας

 

Σήμα στέλνουν και οι αναλυτές, με τον Θέμη Θεμιστοκλέους, επικεφαλής του ευρωπαϊκού γραφείου επενδύσεων της UBS Wealth Management να σημειώνει στο insider.gr πως η Ελλάδα χρειάστηκε να χρηματοδοτήσει ένα έλλειμμα της τάξεως των 18 δισ. ευρώ φέτος, ενώ για το 2021 θα κυμανθεί περίπου στα 12,5 δισ. ευρώ ή υψηλότερα (πρωτογενές έλλειμμα 3,9% το 2021 σύμφωνα με τη βασική εκτίμηση). Επομένως, για να μην γίνει χρήση του buffer, όπως σημειώνει, θα πρέπει να εκδώσει ένα μεγαλύτερο όγκο χρέους. Επιπλέον, δεδομένου του υποστηρικτικού ρόλου της ΕΚΤ μέσω του προγράμματος PEPP, είναι λογικό για το οικονομικό επιτελείο να θέλει βγει στις αγορές με μεγαλύτερες εκδόσεις, «κλειδώνοντας» σε χαμηλές αποδόσεις. Ωστόσο ο κ. Θεμιστοκλέους δεν παύει να επισημαίνει πως μόλις το έκτακτο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας λήξει, τα ελληνικά ομόλογα θα είναι δύσκολο να επιλεγούν για το πρόγραμμα APP (αγορά στοιχείων ενεργητικού), προκαλώντας ενδεχομένως τριγμούς, εκτός εάν η ανάκαμψη είναι αρκετά ισχυρή ώστε να πείσει τους πιστωτές ότι η πορεία του χρέους θα ακολουθήσει μια πτωτική πορεία από το «peak» του 210% που αναμένεται να φτάσει.

Με τη σειρά του, και ο παγκόσμιος επικεφαλής επενδύσεων στις αγορές συναλλάγματος του G10 (Global Head of G10 Foreign Exchange Strategy) της Bank of America, Αθανάσιος Βαμβακίδης προσυπογράφει στο insider.gr πως αποτελεί μια καλή ευκαιρία για την Ελλάδα να βγει στις αγορές με μια μεγάλη έκδοση εκμεταλλευόμενη το ιστορικό χαμηλό κόστος δανεισμού, ώστε να «κλειδώσει» χαμηλότερα επιτόκια σε μακροπρόθεσμη βάση. Παράλληλα, ενώ η χώρα διαθέτει ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα, η ανάκαμψη της οικονομίας παραμένει αβέβαιη και είναι καλύτερο, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, να υπάρξει όλη τη δημοσιονομική ευελιξία που χρειάζεται το επόμενο διάστημα.

Από τη δική του πλευρά, ο οικονομολόγος και senior fellow του Bruegel Ζολτ Ντάρβας εκτιμά μιλώντας στο insider.gr πως μέχρι το τέλος Νοεμβρίου οι καθαρές αγορές ελληνικών ομολόγων στο πλαίσιο του PEPP ήταν 2,5%. Έτσι εάν το ποσοστό αυτό διατηρηθεί στο μέλλον, το push από την αύξηση του PEPP θα οδηγήσει σε μια πρόσθετη αγορά ελληνικών κρατικών τίτλων της τάξεως των 12,5 δισ. ευρώ. Ο ίδιος συμπληρώνει πως ο καταλυτικός ρόλος της ΕΚΤ αλλά και τα κεφάλαια που θα εισρεύσουν στη χώρα από το Ταμείο Ανάκαμψης, θα έχουν «ευεργετικό» ρόλο στα ελληνικά ομόλογα με συνέχιση της πτώσης των αποδόσεων.

Διαβάστε επίσης:

 

Φωτογραφία: Shutterstock