Η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές (και ιστορικής σημασίας) εξελίξεις για την ελληνική αγορά. Εδώ και πολύ καιρό, η συζήτηση για τις συνέπειες της αναβάθμισης εστίαζε πρωτίστως στην «χαρτογράφηση» των παθητικών ροών που αυτή πυροδοτεί, όμως η Morgan Stanley, στο χθεσινό της report –με το οποίο ξεκινά κάλυψη για τις ελληνικές τράπεζες από την ομάδα ανεπτυγμένων αγορών του οίκου– έβγαλε μία ακόμα… είδηση.
Όπως προκύπτει από επαφές του αμερικανικού οίκου με διαχειριστές κεφαλαίων αναδυόμενων αγορών, αρκετοί επενδυτές δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν τις ελληνικές μετοχές μετά την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στους δείκτες των ανεπτυγμένων αγορών. Αντίθετα, εμφανίζονται διατεθειμένοι να διατηρήσουν έκθεση στην ελληνική αγορά μέσω ειδικών ή εκτός δείκτη τοποθετήσεων, ακόμη και όταν η Ελλάδα πάψει να αποτελεί μέλος των δεικτών αναδυόμενων αγορών.
Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ένας από τους βασικούς φόβους που συνοδεύουν κάθε μετάβαση από την κατηγορία των αναδυόμενων στις ανεπτυγμένες αγορές είναι το ενδεχόμενο μαζικών εκροών από τα χαρτοφυλάκια που επενδύουν αποκλειστικά στις αναδυόμενες αγορές. Η Morgan Stanley, ωστόσο, εκτιμά ότι η διαδικασία αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ πιο ομαλή για το ελληνικό χρηματιστήριο.
Την ίδια στιγμή, εκτός του ότι η ελληνική αγορά δείχνει να κερδίζει την «ψήφο» των ενεργητικών διαχειριστών, ο οίκος διαπιστώνει αυξανόμενο ενδιαφέρον από επενδυτές ανεπτυγμένων αγορών, οι οποίοι αρχίζουν να χτίζουν σταδιακά θέσεις στην Ελλάδα ενόψει της αναβάθμισης, αν και η συνολική έκθεσή τους παραμένει ακόμη χαμηλή.
Ορόσημο η αναβάθμιση από MSCI
Η Morgan Stanley τονίζει ότι η αναβάθμιση από την MSCI θα είναι η σημαντικότερη φάση της διαδικασίας. Ο λόγος είναι ότι τα κεφάλαια που παρακολουθούν τους δείκτες της MSCI είναι περίπου διπλάσια σε σχέση με εκείνα που ακολουθούν τους δείκτες της FTSE, γεγονός που καθιστά την αναταξινόμηση της Ελλάδας στους δείκτες της MSCI δυνητικά πιο σημαντική για τις ροές κεφαλαίων και τις αποφάσεις των θεσμικών επενδυτών.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου, η αναβάθμιση από FTSE και STOXX τον Σεπτέμβριο του 2026 θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθαρές παθητικές εισροές περίπου 700 εκατ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου τρεις ημέρες μέσου ημερήσιου τζίρου για τις σχετικές μετοχές.
Παρότι οι εισροές αυτές είναι θετικές, η Morgan Stanley θεωρεί ότι αποτελούν μόνο ένα μέρος της εικόνας.Ένα από τα βασικά ερωτήματα που συνοδεύουν κάθε αναβάθμιση αγοράς αφορά το ισοζύγιο μεταξύ των κεφαλαίων που εισέρχονται από τις ανεπτυγμένες αγορές και εκείνων που ενδέχεται να αποχωρήσουν από τα χαρτοφυλάκια των αναδυόμενων αγορών.
Διαβάστε ακόμα: Οι ξένοι επενδυτές «ψηφίζουν» Ελλάδα παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα
Οι εκτιμήσεις της Morgan Stanley δείχνουν ότι η διαδικασία αναβάθμισης θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθαρές παθητικές εισροές περίπου 700 εκατ. δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου τρεις ημέρες συναλλαγών για την ελληνική αγορά.
Ωστόσο, ο οίκος θεωρεί ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται στις παθητικές ροές. Αντίθετα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη συμπεριφορά των ενεργητικά διαχειριζόμενων κεφαλαίων, καθώς η Ελλάδα αποτελεί σήμερα overweight θέση για αρκετούς επενδυτές αναδυόμενων αγορών.

Παρά τους φόβους για πιθανές εκροές μετά την έξοδο της Ελλάδας από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών, οι επαφές της Morgan Stanley με διαχειριστές κεφαλαίων δείχνουν ότι αρκετοί επενδυτές εξετάζουν τη διατήρηση της έκθεσής τους στις ελληνικές μετοχές. Με άλλα λόγια, ο οίκος έχει ενδείξεις ότι περιορίζεται ο κίνδυνος μαζικών εκροών, που συχνά συνδέεται με τέτοιου είδους αναβαθμίσεις.
Η Ελλάδα είναι ήδη μια αγορά στην οποία οι επενδυτές αναδυόμενων αγορών διατηρούν σημαντικές θέσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Morgan Stanley, το μέσο βάρος της Ελλάδας στα χαρτοφυλάκια των GEM funds ανέρχεται στο 0,86%, έναντι μόλις 0,50% στον δείκτη MSCI Emerging Markets. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα αποτελεί σήμερα overweight θέση για πολλούς επενδυτές αναδυόμενων αγορών. Θεωρητικά, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει ανησυχίες για σημαντικές εκροές μετά την αναβάθμιση.

Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, οι συζητήσεις της Morgan Stanley με διαχειριστές κεφαλαίων δείχνουν μια διαφορετική εικόνα. Πολλοί επενδυτές εμφανίζονται πρόθυμοι να διατηρήσουν έκθεση στις ελληνικές μετοχές ακόμη και μετά την έξοδο της χώρας από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών.
Οι ροές ανά μετοχή
Η Morgan Stanley προχώρησε και σε εκτιμήσεις ανά μετοχή για τις πιθανές παθητικές ροές που θα μπορούσαν να προκύψουν από την αναβάθμιση.
Με βάση τους υπολογισμούς της, οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι αναμένεται να είναι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες και η ΔΕΗ. Οι εκτιμώμενες καθαρές εισροές ανέρχονται σε περίπου 257 εκατ. δολάρια για την Εθνική Τράπεζα, 202 εκατ. δολάρια για τη Eurobank, 196 εκατ. δολάρια για την Τράπεζα Πειραιώς, 128 εκατ. δολάρια για την Alpha Bank και 123 εκατ. δολάρια για τη ΔΕΗ.

Συνολικά, για τον δείκτη MSCI Greece η Morgan Stanley υπολογίζει εκροές 2,69 δισ. δολαρίων από τα κεφάλαια αναδυόμενων αγορών και εισροές 3,38 δισ. δολαρίων από τα κεφάλαια ανεπτυγμένων αγορών, οδηγώντας σε καθαρό θετικό αποτέλεσμα περίπου 684 εκατ. δολαρίων.
Η εμφάνιση των DM επενδυτών
Τα στοιχεία της Morgan Stanley δείχνουν ότι η έκθεση των διεθνών και ευρωπαϊκών long-only funds στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. Ωστόσο, η συνολική συμμετοχή παραμένει ακόμη χαμηλή.
Τα στοιχεία του οίκου δείχνουν ότι το ενδιαφέρον των επενδυτών ανεπτυγμένων αγορών για την Ελλάδα έχει αρχίσει να ενισχύεται ήδη πριν από την αναβάθμιση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό των ευρωπαϊκών long-only funds με έκθεση στην ελληνική αγορά αυξήθηκε στο 21% τον Μάρτιο, από μόλις 12,2% στο τέλος του 2025. Αντίστοιχα, στα διεθνή χαρτοφυλάκια το ποσοστό αυξήθηκε στο 25,5% από 17,9% τρεις μήνες νωρίτερα.
Αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον επενδυτών ανεπτυγμένων αγορών, αλλά παραμένει ακόμη υποεκπροσωπούμενη στα χαρτοφυλάκιά τους, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω αύξησης της συμμετοχής τους τα επόμενα χρόνια.

Όπως σχολιάζει η Morgan Stanley, η αναβάθμιση της Ελλάδας είναι κάτι περισσότερο από μια τεχνική αλλαγή στους δείκτες. Το βασικό επενδυτικό επιχείρημα είναι ότι η ελληνική αγορά εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι παραδοσιακοί επενδυτές αναδυόμενων αγορών δεν αναμένεται να αποχωρήσουν μαζικά, ενώ παράλληλα οι επενδυτές ανεπτυγμένων αγορών αρχίζουν να χτίζουν θέσεις από ιδιαίτερα χαμηλή αφετηρία.
Σε συνδυασμό με την ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις και τις σχετικά ελκυστικές αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών, η Morgan Stanley βλέπει την Ελλάδα να βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση, κατά την οποία μπορεί να επωφεληθεί ταυτόχρονα από την παρουσία υφιστάμενων επενδυτών αναδυόμενων αγορών και από τη σταδιακή είσοδο νέων κεφαλαίων ανεπτυγμένων αγορών.



