Τις επιπτώσεις που έχει ο πόλεμος στο Ιράν και η άνοδος των τιμών της ενέργειας στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, αλλά και τις επιλογές που έχουν οι επενδυτές στο ελληνικό ταμπλό, αναλύει σε σημείωμά της η Eurobank Equities.
Όπως εξηγούν οι αναλυτές της χρηματιστηριακής, η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε σημαντική σύσφιξη της αγοράς πετρελαίου, ενώ παράλληλα έχει αυξήσει τα ασφάλιστρα κινδύνου στη ναυτιλία.
Με το Brent να έχει κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι, η Eurobank Equities εξετάζει ένα σενάριο διάρκειας τουλάχιστον έξι μηνών, το οποίο χαρακτηρίζεται από διατήρηση του Brent στο εύρος 100–120 δολ./βαρέλι, αυξημένη μεταβλητότητα στις ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας και, επαναφορά του αφηγήματος «higher-for-longer» για τα επιτόκια, καθώς ο πληθωρισμός ενισχύεται από την ενέργεια και επιβραδύνει τη διαδικασία αποκλιμάκωσης.
Κανάλια μετάδοσης
Οι αναλυτές της Eurobank Equities εξηγούν πως, για τις ελληνικές εισηγμένες, η επίδραση ενός τέτοιου σοκ αναλύεται μέσα από τέσσερα βασικά κανάλια:
Πρώτον, το άμεσο ενεργειακό κόστος, για τις περιπτώσεις όπου τα καύσιμα αποτελούν βασική γραμμή κόστους ή οι πρώτες ύλες είναι συνδεδεμένες με το πετρέλαιο – με την Aegean να αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Δεύτερον, τη δυνατότητα μετακύλισης του πληθωρισμού, που λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός άμυνας, μέσω συμβατικών ρητρών τιμαριθμικής αναπροσαρμογής ή παρεμβάσεων σε τιμές και μείγμα προϊόντων.
Τρίτον, την ευαισθησία στα επιτόκια, ιδίως για εταιρείες με δανεισμό κυμαινόμενου επιτοκίου ή με ανάγκες αναχρηματοδότησης στο άμεσο μέλλον.
Τέταρτον, τα σοκ στη ζήτηση και την εμπιστοσύνη, τα οποία είναι ιδιαίτερα κρίσιμα για την Ελλάδα, δεδομένης της σημασίας του εισερχόμενου τουρισμού για την οικονομία.
Επιπτώσεις σε κλάδους και μετοχές
Σε επίπεδο κλάδων, τα ελληνικά διυλιστήρια (HelleniQ Energy, Motor Oil) αναδεικνύονται ως οι μεγαλύτεροι -και πιο προφανείς- ωφελημένοι σε ένα περιβάλλον όπου Brent κινείται άνω των 100 δολαρίων. Αυτό οφείλεται στην ενίσχυση των τιμών των διυλισμένων προϊόντων, στη διεύρυνση των crack spreads (ιδίως σε diesel και αεροπορικά καύσιμα) και σε πιθανές θετικές επιδράσεις από τα αποθέματα, παρά τις αυξημένες ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης. Για τη Motor Oil, υπάρχει η επιμέρους πρόκληση διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας.
Στον αντίποδα, η Aegean και οι κυκλικές μετοχές που συνδέονται με τον τουρισμό, όπως η Autohellas, δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις. Τυχόν αυξήσεις ναύλων μπορούν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά, αλλά ενέχουν τον κίνδυνο περιορισμού της ζήτησης λόγω ελαστικότητας τιμών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών εμφανίζεται λιγότερο εξαρτημένος από την επιβατική κίνηση απ’ ό,τι εκτιμά η αγορά, καθώς τα έσοδα από το αεροπορικό σκέλος είναι ρυθμιζόμενα και συνδέονται κυρίως με τον πληθωρισμό.
Οι τράπεζες εμφανίζουν μικτή εικόνα. Από τη μία πλευρά, τα υψηλότερα επιτόκια στηρίζουν τα καθαρά έσοδα από τόκους, από την άλλη όμως ενδέχεται να αυξηθεί το κόστος κινδύνου (CoR) εφόσον παραταθεί η μακροοικονομική αβεβαιότητα.
Στην αγορά ακινήτων, τα μισθώματα που συνδέονται με τον δείκτη τιμών καταναλωτή παρέχουν προστασία, ωστόσο οι υψηλότερες αποδόσεις (yields) ασκούν πιέσεις στις αποτιμήσεις.
Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες επηρεάζονται αρνητικά από το αυξημένο κόστος ενέργειας, αν και ορισμένες –όπως η Τιτάν– διαθέτουν τη δυνατότητα να το μετακυλίσουν στις τιμές, έστω και με χρονική υστέρηση.
Στον τομέα της ενέργειας, η μετάδοση των συνέπειών από την άνοδο του Brent πάνω από τα 100 δολάρια γίνεται κυρίως μέσω των υψηλότερων τιμών φυσικού αερίου και της χονδρεμπορικής ηλεκτρικής ενέργειας. Η ΔΕΗ αναμένεται να ωφεληθεί καθαρά από τις αυξημένες τιμές ρεύματος, με βασικό κίνδυνο πιθανές ρυθμιστικές παρεμβάσεις σε περίπτωση έντονης ανόδου των τιμών. Η Metlen επίσης επωφελείται λόγω του καθετοποιημένου μοντέλου παραγωγής και προμήθειας, καθώς και από τις δραστηριότητες trading φυσικού αερίου, αν και κατά ένα μέρος το θετικό αποτέλεσμα αντισταθμίζεται από το υψηλότερο ενεργειακό κόστος στον κλάδο μετάλλων.
Η αντίδραση της αγοράς
Όπως και σε προηγούμενα γεωπολιτικά επεισόδια, η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση. Ο Γενικός Δείκτης του ΧΑ έχει υποχωρήσει περίπου 7% από τις 26 Φεβρουαρίου, έχοντας καταγράψει πτώση έως και 10% στο χαμηλό, σε ευθυγράμμιση με τις συνήθεις διορθώσεις αντίστοιχων σοκ (12%-15%). Η κίνηση ήταν ελαφρώς εντονότερη σε σχέση με την Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρώπη, εν μέρει λόγω του ισχυρού ράλι που είχε προηγηθεί.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφηκαν σε μετοχές που είχαν προηγουμένως υπεραποδώσει -κυρίως στις τράπεζες- και όχι σε εκείνες που επηρεάζονται πιο άμεσα από την άνοδο του πετρελαίου (με εξαίρεση την Aegean και την Autohellas).
Το ιστορικό «μοτίβο» δείχνει ότι, όταν η αβεβαιότητα υποχωρεί, οι τοποθετήσεις εξομαλύνονται και η διάθεση για ρίσκο επιστρέφει, οδηγώντας σε ταχεία ανάκαμψη των μετοχών που είχαν υποαποδώσει.
Υπό αυτό το πρίσμα, διαφαίνεται περιθώριο σταδιακής επανατοποθέτησης στις τράπεζες, ενώ εντοπίζονται και ελκυστικές ευκαιρίες με όρους κινδύνου-απόδοσης σε εταιρείες των οποίων τα κέρδη είτε είναι προστατευμένα από γεωπολιτικές εντάσεις είτε ενισχύονται από τη μεταβλητότητα, όπως η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η ΔΕΗ, η Metlen και τα ελληνικά διυλιστήρια.