Το Σάββατο, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή πρόσθετων δασμών σε προϊόντα από τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Δανία, από την 1η Φεβρουαρίου και έως ότου επιτευχθεί συμφωνία για τη Γροιλανδία. Οι δασμοί αυτοί θα αυξηθούν στο 25% από την 1η Ιουνίου, εάν μέχρι τότε δεν υπάρξει συμφωνία.
Όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, δεν είναι απολύτως σαφές με ποιον τρόπο θα εφαρμοστεί αυτό, καθώς μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση από τον Λευκό Οίκο, παρά μόνο η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η κίνηση αυτή αποτελεί την τελευταία κλιμάκωση σε ένα από τα πιο κρίσιμα μέτωπα έντασης μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Η νέα ανακοίνωση για τους δασμούς ουσιαστικά επαναφέρει τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, παρά την προσωρινή εκεχειρία που είχε επιτευχθεί το καλοκαίρι του 2025. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της ING, αυτή τη φορά το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο και αυτή η σκληρή προσέγγιση λειτουργεί ως οδυνηρή υπενθύμιση, όχι μόνο του πόσο έχει αλλάξει η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης, αλλά και του γεγονότος ότι οι δασμοί έχουν μετατραπεί σε ένα πολυεργαλείο πολιτικής. Κι αυτό, διότι η αιτιολόγηση για υψηλότερους δασμούς είναι πλέον ακόμη πιο πολιτική και λιγότερο οικονομική σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Πολλά θα εξαρτηθούν από το αν η αμερικανική διεκδίκηση αποτελεί απλώς μια μαξιμαλιστική διαπραγματευτική θέση ή μια πραγματική τελική απαίτηση.
Η μεγάλη εικόνα – Σε κίνδυνο η εμπορική συμφωνία
Υπενθυμίζεται ότι, πιθανότατα εντός των ημερών, οι αμερικανικοί δασμοί θα κριθούν από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Εάν το Δικαστήριο αποφανθεί κατά όλων των προηγούμενων δασμών IEEPA, τότε και η τελευταία ανακοίνωση του Τραμπ πιθανότατα θα ακυρωθεί και θα χρειαστεί να αναζητηθούν άλλοι δασμοί, κάτι που θα απαιτούσε περισσότερο χρόνο.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-ΕΕ τίθεται και πάλι υπό αμφισβήτηση, τονίζουν οι αναλυτές της ING. Ήδη ο πρόεδρος του μεγαλύτερου κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Μάνφρεντ Βέμπερ του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, έχει δηλώσει ότι δεν στηρίζει την επικύρωση της συμφωνίας. Αυτό σημαίνει ότι η πρόβλεψη για μηδενικούς δασμούς της ΕΕ στα αμερικανικά προϊόντα δεν θα τεθεί σε ψηφοφορία, υπό το βάρος των απειλών που σχετίζονται με τη Γροιλανδία. Και άλλοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άφησαν να εννοηθεί ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή δέσμευση που περιλαμβάνεται στη συμφωνία θα πρέπει προς το παρόν να «παγώσει».
Στο ίδιο πνεύμα και οι αναλυτές της Commerzbank, που επισημαίνουν ότι αν η αντιπαράθεση συνεχίσει να κλιμακώνεται, η εμπορική συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ από το περασμένο καλοκαίρι θα μπορούσε να καταρρεύσει. Σχολιάζουν δε, πως «με δεδομένο ότι ο Τραμπ φαίνεται αποφασισμένος να επεκτείνει την αμερικανική επικράτεια με κάθε κόστος, μια ταχεία αποκλιμάκωση της κατάστασης μοιάζει απίθανη».
Οι επιλογές της Ευρώπης και το «εμπορικό μπαζούκα» της ΕΕ
Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, εμφανίζεται αποφασισμένη να αντισταθεί στη νέα απειλή δασμών και στις διεκδικήσεις του Αμερικανού Προέδρου για τη Γροιλανδία, η πραγματικότητα είναι ότι εξακολουθεί να εξαρτάται από τις ΗΠΑ σε πολλούς τομείς, τόσο οικονομικά όσο και σε επίπεδο ασφάλειας. Όπως λένε οι αναλυτές της ING, αυτός ήταν πιθανότατα ένας από τους βασικούς λόγους που η ΕΕ αποδέχθηκε το περασμένο καλοκαίρι μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ που δεν ήταν προς όφελός της. «Το αν η νέα απειλή δασμών και η υπόθεση της Γροιλανδίας θα αποτελέσουν το σημείο καμπής που θα πυροδοτήσει τελικά την ευρωπαϊκή ενότητα και την ανάδειξη της Ευρώπης σε γεωπολιτική δύναμη μένει να φανεί. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι ένας πλήρους κλίμακας εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ θα άφηνε μόνο χαμένους» τονίζουν.
Πάντως, με βάση τις πρώτες αντιδράσεις, ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίζονται διατεθειμένοι να υιοθετήσουν σκληρή στάση και έφεραν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του λεγόμενου «μηχανισμού κατά του εξαναγκασμού». Πρόκειται για το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα» της ΕΕ, που της επιτρέπει να επιβάλλει δασμούς και περιορισμούς στις επενδύσεις έναντι χωρών που προβαίνουν σε επιθετικές πρακτικές. Πρόκειται για ένα εργαλείο που η Ευρώπη δεν τόλμησε να ενεργοποιήσει το περασμένο καλοκαίρι, όμως ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει, τώρα πια, την ενεργοποίησή του.
Όπως εξηγεί η Commerzbank, σε περίπτωση κλιμάκωσης της εμπορικής διαμάχης, η ΕΕ διαθέτει αυτή τη στιγμή τρεις επιλογές:
Κατά πρώτον, να απορρίψει την εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη συμφωνία που επιτεύχθηκε το περασμένο καλοκαίρι. Η απόρριψή της θα οδηγούσε αυτόματα σε αύξηση των ευρωπαϊκών δασμών στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα. Ταυτόχρονα, σε μια τέτοια περίπτωση, οι αμερικανικοί δασμοί στα αυτοκίνητα και τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων θα αυξάνονταν αυτόματα από 15% σε 25%.
Κατά δεύτερον, να επιβάλει αντισταθμιστικούς δασμούς. Όπως και στην περίπτωση των αμερικανικών δασμών στον χάλυβα και το αλουμίνιο πέρυσι, η ΕΕ θα μπορούσε να επιβάλει αντίμετρα με τη μορφή δασμών. Δεδομένου ότι η ΕΕ τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, είναι πιθανή η επιβολή αντισταθμιστικών δασμών της τάξης του 10%.
Τέλος, να ενεργοποιήσει πράγματι τον προαναφερθέντα μηχανισμό ACI (Anti-Coercion Instruments). Για να προστατευθεί από τον οικονομικό καταναγκασμό, το Συμβούλιο της ΕΕ μπορεί, με ειδική πλειοψηφία, να ενεργοποιήσει ένα ευρύ πακέτο αντιμέτρων. Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η πλήρης απαγόρευση εισαγωγών ορισμένων προϊόντων ή η επιλεκτική φορολόγηση εταιρειών. Με τον τρόπο αυτό, η ΕΕ θα μπορούσε να στοχεύσει, για παράδειγμα, μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας.
Ο οικονομικός αντίκτυπος
Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, οι τελευταίες εξελίξεις σηματοδοτούν μια ακόμη περίοδο αβεβαιότητας γύρω από τις επενδύσεις και τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, όπως συνέβη το 2025. Ήδη, μέχρι σήμερα, οι δασμοί και η αβεβαιότητα γύρω από τις ΗΠΑ ως εξαγωγικό προορισμό έχουν ωθήσει σταδιακά τους Ευρωπαίους εξαγωγείς να στρέφονται σε άλλες αγορές. Πάντως, το γεγονός ότι η ΕΕ αποτελεί ενιαίο εμπορικό μπλοκ χωρίς εσωτερικούς δασμούς, σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές δυνατότητες παράκαμψης των νέων δασμών. από τις χώρες που ανέφερε ο Τραμπ.
Η ING φέρνει ως παράδειγμα το Βέλγιο, που αναμένεται να παραμείνει με δασμό 15%, αλλά βρίσκεται ανάμεσα στην Ολλανδία και τη Γαλλία, όπου οι δασμοί θα αυξηθούν στο 25% από την 1η Φεβρουαρίου. Ως αποτέλεσμα, τα βελγικά λιμάνια θα μπορούσαν να προσφέρουν μια πιθανή διαδρομή παράκαμψης των δασμών.
Σε γενικές γραμμές, η ING υπολογίζει ότι οι πρόσθετοι δασμοί 25% θα μπορούσαν να αφαιρέσουν περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Ωστόσο, διευκρινίζουν ότι αυτή η εκτίμηση δε μπορεί να αποτυπώσει τον πλήρη αντίκτυπο της νέας αβεβαιότητας και των γεωπολιτικών εντάσεων που απορρέουν από την κλιμάκωση μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.
Αντίστοιχη είναι και η εκτίμηση των αναλυτών της Berenberg. Εκτιμούν ότι οι πρόσθετοι δασμοί και η παρατεταμένη αβεβαιότητα θα μπορούσαν να επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα στην ΕΕ και να μειώσουν την ανάπτυξη κατά 0,1-0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Ειδικά για τη Γερμανία, η Commerzbank υπολογίζει το δυνητικό κόστος σε 0,3% του ΑΕΠ. Ήδη οι γερμανικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά. Ενδεικτικά, τον Νοέμβριο του 2025 οι εξαγωγές γερμανικών αγαθών προς τις ΗΠΑ ήταν κατά 23% χαμηλότερες σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Αν οι αμερικανικοί δασμοί αυξηθούν αυξανόταν πράγματι στο 25% ή στο 40% χωρίς εξαιρέσεις, οι επιπτώσεις θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερες. Για παράδειγμα, η ζημιά για τη γερμανική οικονομία θα μπορούσε να φτάσει έως και το 1% του ΑΕΠ, εάν επιβαλλόταν δασμός 40%.
Πιθανές διέξοδοι
Στο σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, εξακολουθούν να είναι εφικτές κάποιες διπλωματικές λύσεις χωρίς κλιμάκωση της εμπορικής αντιπαράθεσης. Όπως σχολιάζει η Commerzbank, στο παρελθόν ο Τραμπ έχει φανεί ότι χρησιμοποιεί την απειλή των δασμών με στόχο να εξαναγκάσει τους εταίρους να αποδεχθούν μια «συμφωνία» και να κάνουν παραχωρήσεις. Και η ING υπενθυμίζει πως, από την εμπειρία των τελευταίων 12 μηνών, προκύπτει ότι ο Τραμπ δεν υλοποίησε τελικά όλες τις τολμηρές ή δραματικές ανακοινώσεις του.
Η άβολη αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι ορισμένες από αυτές υλοποιήθηκαν. Γι’ αυτό, αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πράγματι ακυρώσει την εμπορική συμφωνία του 2025 ή αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρήσει στην επιβολή αντισταθμιστικών δασμών, ο Τραμπ κατά πάσα πιθανότητα θα κλιμακώσει περαιτέρω τη σύγκρουση.
Πάντως η Berenberg εξακολουθεί να «βλέπει» μια έκβαση που θα σέβεται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης της Γροιλανδίας, θα ενισχύει την ασφάλεια στην Αρκτική για το ΝΑΤΟ συνολικά και θα αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική ζημιά για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Όπως εξηγεί, μια σημαντικά ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στη Γροιλανδία θα ωφελούσε ολόκληρη τη Συμμαχία. Από ευρωπαϊκή σκοπιά, μια οικονομική συμφωνία που θα παραχωρεί στις ΗΠΑ ουσιαστικά πλεονεκτήματα στην πρόσβαση στους πόρους της Γροιλανδίας θα ήταν εφικτή.
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια κρίσιμη στιγμή για τις διατλαντικές σχέσεις. Οι τελευταίες ανακοινώσεις του Τραμπ έχουν εκτοξεύσει τις εμπορικές εντάσεις «σε μια εντελώς νέα διάσταση», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ING. Και, με τα τωρινά δεδομένα, η σχέση ΕΕ-ΗΠΑ παραμένει σε σοβαρή κρίση, με σαφή κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης και αδικαιολόγητων αρνητικών συνεπειών τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την αμερικανική οικονομία.