Το υψηλό κόστος στέγασης αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη δημιουργία οικογένειας στην Ελλάδα, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, καθώς οι νέες γυναίκες αναβάλλουν τη μητρότητα και προτιμούν να ζουν στο πατρικό τους, μην αντέχοντας οικονομικά να υποστηρίξουν την συγκατοίκηση, πόσο μάλλον την ιδιοκατοίκηση.
Οι τιμές των κατοικιών στη χώρα μας «τρέχουν» πολύ ταχύτερα από την αύξηση των εισοδημάτων. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η αναλογία τιμής κατοικίας προς εισόδημα (price-to-income ratio) στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 25% από το 2015, καθιστώντας την αγορά κατοικίας όλο και πιο απρόσιτη για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Έτσι η ακριβή στέγη στερεί από τη χώρα ένα αξιόλογο ποσοστό των δυνητικών της γεννήσεων, καθώς απορροφά πλέον μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος αποθαρρύνοντας τους νέους στο να δημιουργήσουν οικογένεια.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Eurostat, οι νέοι στην Ελλάδα συνεχίζουν να μένουν με τους γονείς τους, ακόμη και σε ηλικίες που έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και έχουν ξεκινήσει την καριέρα τους. Ένας στους δύο 30άρηδες δεν μπορεί να φύγει από την οικογενειακή «φωλιά», αναλογιζόμενος το υπέρογκο στεγαστικό κόστος.
Τα υψηλά ενοίκια, οι χαμηλοί μισθοί και η αργοπορημένη ένταξη στην αγορά εργασίας αποτρέπουν τους σημερινούς 30ρηδες από το να γίνουν γονείς και τους «εγκλωβίζουν» να μένουν στην οικογενειακή εστία για πολλά χρόνια μετά την ενηλικίωση. Αν και εργαζόμενοι, δεν μπορούν να υποστηρίξουν με το μισθό τους την στεγαστική τους ανεξαρτησία, με αποτέλεσμα η μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό στην Ελλάδα να ξεπερνά τα 30 έτη.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 30,1% των Ευρωπαίων νέων ηλικίας 25-34 ετών συνεχίζουν να μένουν στο πατρικό τους σπίτι, με τη χώρα μας να κατέχει τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση σε ότι αφορά τη μέση ηλικία που οι νέοι μας ξεκινούν το δικό τους «νοικοκυριό». Τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρούνται στην Κροατία με 62,3%, στην Ελλάδα με 56,3% και στην Σλοβακία με 54,3%. Τα υψηλότερα ποσοστά ανεξαρτητοποίησης παρατηρούνται στην Δανία (3,9%), στη Φινλανδία (4%) και στη Σουηδία (7,5%).
Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο η Ελλάδα:
- καταγράφει την υψηλότερη επιβάρυνση στην Ευρώπη, με το κόστος στέγασης να απορροφά μεσοσταθμικά το 35% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε.-27 είναι 19%.
- το ποσοστό των πολιτών που δαπανούν πάνω από το 40% του καθαρού εισοδήματός τους αποκλειστικά για τη στέγαση (Δείκτης Υπερβολικής Επιβάρυνσης – Housing Cost Overburden Rate) φτάνει το 26%-27% στην Ελλάδα, ποσοστό υπερτριπλάσιο από το 8% που είναι ο μέσος όρος στην Ε.Ε.-27.
- η Αθήνα, μάλιστα, συγκαταλέγεται στις πρωτεύουσες με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση των εισοδημάτων από το κόστος στέγασης στην Ευρώπη, καθώς το μέσο νοικοκυριό καλείται να διαθέσει έως και το 57% του μισθού αποκλειστικά για το ενοίκιο.



