Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δαπανά περισσότερο από κάθε άλλο κράτος της ΕΕ για συνταξιοδοτικές παροχές, ένας μεγάλος αριθμός συνταξιούχων βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπος με τη φτώχεια.
Tο 2017, ο δείκτης κινδύνου φτώχειας για τους συνταξιούχους στην Ελλάδα ήταν στο 9,5%, σημειώνοντας σημαντική βελτίωση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Ωστόσο το 2024, το αντίστοιχο ποσοστό ανήλθε στο 21,4%, σημειώνοντας κατακόρυφη αύξηση σε μια περίοδο που η χώρα βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση απ' ότι πριν από μια επταετία.
Οι παράγοντες που συμβάλλουν στη φτώχεια των συνταξιούχων είναι, μεταξύ άλλων, οι χαμηλές συντάξεις και τα χαμηλά επιδόματα, σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης σε έκθεσή του για τα συνταξιοδοτικά συστήματα (Pensions at a Glance 2025).
Η μέση εισοδηματική κατάσταση των ηλικιωμένων φτωχών στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα χαμηλή, καθώς όπως δείχνει η μελέτη του ΟΟΣΑ, το 21,4% των ατόμων άνω των 65 βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας (50% του διάμεσου εισοδήματος). Ωστόσο οι ηλικιωμένοι φτωχοί έχουν καλύτερη θέση από το σύνολο των φτωχών στην Ελλάδα, των οποίων το εισόδημα είναι 31,6% κάτω από το όριο.
Η γενικευμένη «συνταξιοδοτική φτώχεια» («pension poverty») στη χώρα μας είναι συνέπεια των μνημονιακών περικοπών και της κατάργησης των «δώρων», ενώ το «πάγωμα» των αυξήσεων έως τις αρχές του 2023 και η διατήρηση της προσωπικής διαφοράς (που εισήγαγε ο ν. Κατρούγκαλου) συνέβαλαν ώστε να διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα το εισόδημα των συνταξιούχων.
Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με την Eurostat, ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών εκτιμήθηκε στο 19,8%, ενώ για άτομα ηλικίας κάτω των 75 ετών στο 18,8%. Ο κίνδυνος φτώχειας για τις γυναίκες άνω των 75 ετών εκτιμάται σε 24,2%, ενώ για τους άνδρες της αντίστοιχης ηλικιακής ομάδας εκτιμάται σε 13,8%.

Έξι στους 10 συνταξιούχους με σύνταξη κάτω των 1.000 ευρώ
Στην χώρα μας έξι στους δέκα συνταξιούχους λαμβάνουν σύνταξη (λόγω γήρατος) χαμηλότερη των 1.000 ευρώ, ενώ μόλις το 41,25% ξεπερνά το «φράγμα» αυτό. Πρόκειται κυρίως για παλαιούς συνταξιούχους που ολοκλήρωσαν τον εργασιακό τους βίο πριν την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου και πρόλαβαν τις αλλαγές στον υπολογισμό του ανταποδοτικού σκέλους των συντάξεων που οδήγησαν στην συμπίεσή τους.
Σύμφωνα με την Έκθεση «Ήλιος» με την απεικόνιση των συνταξιοδοτικών παροχών κατά τον μήνα Σεπτέμβριο, περίπου 1.143,782 συνταξιούχοι εισπράττουν συντάξεις χαμηλότερες των 1.000 ευρώ και μόλις 802.932 λαμβάνουν υψηλότερες, κυρίως στην περίμετρο 1.000 - 1.500 ευρώ.
Μάλιστα, ο μέσος όρος δαπάνης σύνταξης για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα είναι κατά 43,34% χαμηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο για τους συνταξιούχους του Δημόσιου τομέα, όπως συνέβαινε και κατά τα έτη 2022-2024.

Η φτώχεια των συνταξιούχων στην Ευρώπη
Σύμφωνα με το Euronews, οι συνταξιούχοι τείνουν να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες στην Ανατολική Ευρώπη (ιδίως στις χώρες της Βαλτικής), ενώ τα ποσοστά φτώχειας είναι γενικά χαμηλότερα στις σκανδιναβικές και δυτικοευρωπαϊκές χώρες.
Μετά την Εσθονία, τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας συνταξιούχων καταγράφηκαν στη Λετονία (33%), την Κροατία (28,5%) και τη Λιθουανία (24,6%).
Τα ποσοστά φτώχειας των συνταξιούχων τείνουν να είναι χαμηλότερα στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη. Η Ισλανδία (3,1%), η Νορβηγία (4,1%), η Δανία (4,3%) και η Φινλανδία (5,5%) έχουν μερικά από τα χαμηλότερα ποσοστά. Οι χώρες αυτές επωφελούνται από ισχυρά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και καθολικά συνταξιοδοτικά συστήματα.
Ωστόσο, η Ελβετία (19,8%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (14,9%) ξεχωρίζουν με σχετικά υψηλά ποσοστά φτώχειας συνταξιούχων.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, το μέσο εισόδημα των ατόμων άνω των 65 ετών είναι χαμηλότερο από αυτό του συνολικού πληθυσμού, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα εισοδήματα των ηλικιωμένων πέφτουν κάτω από το 80% του εθνικού μέσου όρου, συμβάλλοντας σε σημαντικά υψηλά ποσοστά φτώχειας μεταξύ των συνταξιούχων.
Μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρώπης, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει το υψηλότερο ποσοστό, ακολουθούμενο στενά από τη Γερμανία (14,1%) και την Ισπανία (13,1%). Η Ιταλία έχει ελαφρώς καλύτερες επιδόσεις με 12%, ενώ η Γαλλία ξεχωρίζει με το μακράν χαμηλότερο ποσοστό - μόλις 6%.