Η πίεση που ασκεί η λειψυδρία στους υδατικούς πόρους της χώρας ανοίγει ένα κεφάλαιο που ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα. Έβρος, Νέστος, Στρυμόνας, Αξιός και Αώος, μαζί με το διασυνοριακό σύστημα των Πρεσπών, συνδέουν υδρολογικά την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, τη Βόρεια Μακεδονία, την Αλβανία και την Τουρκία, καθιστώντας τη διαχείριση του νερού και ζήτημα εξωτερικής πολιτικής.
Η διάσταση αυτή αποτυπώνεται πλέον και στην Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, η οποία εγκρίθηκε με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου στις 30 Ιουλίου, μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης και την επεξεργασία παρατηρήσεων από την Αυτοδιοίκηση, επιστημονικούς και άλλους φορείς, και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 6 Αυγούστου 2026.
Πρόκειται για το πρώτο στρατηγικό κείμενο εθνικής εμβέλειας για τα ύδατα και στον σχεδιασμό του η διασυνοριακή συνεργασία αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η Ελλάδα έχει μια βαθιά διασυνοριακή υδρολογική πραγματικότητα: περίπου το 25% των επιφανειακών υδάτων της συνδέεται με διακρατικές ροές, ενώ πέντε μεγάλες λεκάνες - Έβρος, Αξιός, Στρυμόνας, Νέστος και Αώος - συνδέουν τη χώρα με τέσσερα γειτονικά κράτη.
Η νέα Στρατηγική αναγνωρίζει τη διασυνοριακή συνεργασία ως απαραίτητο στοιχείο για την ορθολογική κατανομή των υδάτων και την αντιμετώπιση της ρύπανσης και θέτει ως κατεύθυνση έναν πιο ενεργό ρόλο της Ελλάδας στην υδροδιπλωματία, με ανταλλαγή δεδομένων, κοινά σχέδια διαχείρισης και κοινά συστήματα παρακολούθησης.
Υδροδιπλωματία και κοινές λεκάνες
Η «διπλωματία του νερού» αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο οι διαθέσιμες ποσότητες περιορίζονται και η μεταβλητότητα των βροχοπτώσεων αυξάνεται. Στην πράξη αφορά τον τρόπο με τον οποίο δύο ή περισσότερα κράτη συνεννοούνται για τη χρήση ενός κοινού ποταμού ή μιας λίμνης, την ποσότητα και την ποιότητα του νερού, τη λειτουργία φραγμάτων και ταμιευτήρων, την άρδευση, την πρόληψη της ρύπανσης και την αντιμετώπιση πλημμυρών και ξηρασίας.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την Ελλάδα επειδή σε αρκετές από τις μεγάλες διασυνοριακές λεκάνες βρίσκεται κατάντη. Αποφάσεις που λαμβάνονται για φράγματα, υδροηλεκτρικούς σταθμούς ή αρδευτικές απολήψεις στη Βουλγαρία ή στη Βόρεια Μακεδονία μπορούν να επηρεάσουν τις ποσότητες που τελικά φθάνουν σε ελληνικό έδαφος.
Το ίδιο ισχύει για την ποιότητα. Γεωργικές, αστικές ή βιομηχανικές πιέσεις στο ανάντη τμήμα ενός ποταμού μπορούν να μεταφερθούν κατάντη, γεγονός που κάνει απαραίτητη την κοινή παρακολούθηση των υδάτων και την έγκαιρη ανταλλαγή στοιχείων.
Η αλλαγή που επιχειρεί να σηματοδοτήσει η νέα Στρατηγική είναι η μετάβαση από την αποσπασματική διακρατική συνεννόηση σε πιο σταθερούς μηχανισμούς συνεργασίας. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στον στρατηγικό σχεδιασμό και στην εφαρμογή παραμένει μεγάλη: οι υφιστάμενες συμφωνίες δεν είναι όλες της ίδιας εποχής, δεν έχουν το ίδιο βάθος και σε αρκετές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση.
Άρδας: Πενταετής συμφωνία με τη Βουλγαρία
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα βρίσκεται στον Έβρο. Για δεκαετίες η ελληνική πλευρά εξασφάλιζε νερό από τον Άρδα στη βάση της ελληνοβουλγαρικής συμφωνίας του 1964. Μετά τη λήξη της εξηκονταετούς ρύθμισης, το ζήτημα απέκτησε άμεση σημασία για την άρδευση και την αγροτική παραγωγή στον βόρειο Έβρο.
Στις 2 Μαΐου 2025, έπειτα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο υπουργείων Εξωτερικών και σε συντονισμό με τα συναρμόδια υπουργεία, Ελλάδα και Βουλγαρία υπέγραψαν Κοινή Δήλωση που διασφαλίζει για πέντε χρόνια την παροχή ικανής ποσότητας νερού από τη βουλγαρική πλευρά για την ομαλή λειτουργία του αρδευτικού συστήματος και της αγροτικής παραγωγής στον Έβρο.
Η πενταετής διευθέτηση, ωστόσο, δεν αποτελεί το τέλος της συζήτησης. Στις 4 Ιουνίου 2026, στη Σόφια, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε επισήμως την ανάγκη μιας μακροπρόθεσμης και συνολικής συμφωνίας με τη Βουλγαρία για τη διαχείριση τόσο του Άρδα όσο και του Νέστου, συνδέοντας τη διακρατική συνεργασία με τις επενδύσεις που πρέπει να γίνουν στον αγροτικό τομέα και στην προστασία από την κλιματική κρίση.
Νέστος: Στρατηγική συμφωνία στο τραπέζι
Ακόμη μεγαλύτερο βάρος αποκτά ο Νέστος. Η υφιστάμενη συμφωνία Ελλάδας - Βουλγαρίας ρυθμίζει την κατανομή των υδάτων του ποταμού και προβλέπει για την ελληνική πλευρά ποσοστό 29% των υδάτων που σχηματίζονται στο βουλγαρικό έδαφος, με βάση τη μέση φυσική απορροή.
Η συμφωνία αυτή ανήκει σε μια διαφορετική εποχή ως προς τις κλιματικές και υδρολογικές συνθήκες. Η ίδια η συζήτηση που έχει ανοίξει πλέον μεταξύ Αθήνας και Σόφιας δείχνει ότι το επόμενο βήμα δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε μια ποσοτική κατανομή.
Η κλιματική κρίση, οι ανάγκες άρδευσης, η υδροηλεκτρική παραγωγή, οι οικολογικές απαιτήσεις του ποταμού και η ανάγκη κοινής παρακολούθησης των πραγματικών παροχών δημιουργούν ένα πολύ πιο σύνθετο πλαίσιο.
Δεν είναι τυχαίο ότι τον Ιούνιο ο Έλληνας Πρωθυπουργός συνέδεσε ρητά Άρδα και Νέστο, ζητώντας από τη βουλγαρική πλευρά στρατηγική συμφωνία μακροπρόθεσμου χαρακτήρα.
Αξιός: Πλαίσιο συνεργασίας από το 1959
Διαφορετική είναι η εικόνα στα σύνορα με τη Βόρεια Μακεδονία. Ο Αξιός, γνωστός ως Βαρδάρης στη γειτονική χώρα, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους διασυνοριακούς ποταμούς της περιοχής. Η βάση της συνεργασίας ανάγεται στη συμφωνία του 1959 μεταξύ Ελλάδας και τότε Γιουγκοσλαβίας για υδροοικονομικά ζητήματα, από την οποία προέκυψε και η Μόνιμη Ελληνογιουγκοσλαβική Επιτροπή Υδροοικονομίας.
Η συμφωνία του 1959 εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του θεσμικού υπόβαθρου των σχέσεων Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας για τα διασυνοριακά ύδατα. Η ίδια η ύπαρξη ενός πλαισίου που έχει τις ρίζες του περισσότερες από έξι δεκαετίες πίσω αναδεικνύει την ανάγκη εκσυγχρονισμού της συνεργασίας στις σημερινές συνθήκες.
Σήμερα το ζήτημα δεν περιορίζεται στην ποσότητα νερού που περνά τα σύνορα. Αφορά την ποιότητα των υδάτων, τη γεωργική και αστική ρύπανση, τη διαχείριση των απολήψεων, την προστασία του Δέλτα του Αξιού και την ανταλλαγή δεδομένων για έργα και παρεμβάσεις που μπορούν να επηρεάσουν το ποτάμι.
Η Βόρεια Μακεδονία βρίσκεται ανάντη στο μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης Αξιού - Βαρδάρη, ενώ η Ελλάδα κατάντη, γεγονός που καθιστά τη λειτουργική συνεργασία ιδιαίτερα σημαντική για την Κεντρική Μακεδονία και τον Θερμαϊκό.
Πρέσπες: Κοινή διαχείριση σε τρεις χώρες
Στις Πρέσπες η διασυνοριακή διάσταση είναι ακόμη πιο εμφανής. Ελλάδα, Αλβανία και Βόρεια Μακεδονία μοιράζονται ένα ενιαίο υδρολογικό και οικολογικό σύστημα, στο οποίο μεταβολές στη στάθμη του νερού, στην άρδευση, στη χρήση λιπασμάτων ή στη διάθεση λυμάτων στη μία πλευρά μπορούν να επηρεάσουν και τις άλλες.
Το Διασυνοριακό Πάρκο Πρεσπών αποτέλεσε μία από τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες περιβαλλοντικής συνεργασίας στα Βαλκάνια, ενώ η συμφωνία του 2010 μεταξύ Ελλάδας, Αλβανίας, Βόρειας Μακεδονίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιούργησε το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία και βιώσιμη ανάπτυξη της περιοχής.
Η περίπτωση των Πρεσπών δείχνει, όμως, και κάτι ακόμη: η ύπαρξη μιας διεθνούς συμφωνίας δεν αρκεί από μόνη της. Η κοινή διαχείριση χρειάζεται σταθερή παρακολούθηση, δεδομένα, λειτουργικές επιτροπές και έργα και στις τρεις πλευρές των συνόρων.
Αώος: Η συνεργασία με την Αλβανία
Ο Αώος πηγάζει στην Ελλάδα, περνά στην Αλβανία, όπου ονομάζεται Vjosa, και εκβάλλει στην Αδριατική. Σε αντίθεση με άλλους διασυνοριακούς ποταμούς της Βόρειας Ελλάδας, στην περίπτωση του Αώου η Ελλάδα βρίσκεται ανάντη. Αυτό σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις και η διαχείριση των υδάτων στο ελληνικό τμήμα του ποταμού μπορούν να επηρεάσουν τις παροχές και το οικοσύστημα στην αλβανική πλευρά.
Ελλάδα και Αλβανία διαθέτουν θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας για τα διασυνοριακά γλυκά ύδατα, με τον Αώο/Vjosa να αποτελεί μία από τις βασικές κοινές λεκάνες. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών, η παρακολούθηση της κατάστασης των υδάτων, η πρόληψη της ρύπανσης και η ενημέρωση για έργα ή άλλες παρεμβάσεις που μπορεί να έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις.
Κενά σε δεδομένα και υποδομές
Πίσω από τις διπλωματικές συμφωνίες υπάρχει ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα: κανένα κράτος δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά ένα κοινό ποτάμι εάν δεν γνωρίζει σε πραγματικό χρόνο πόσο νερό υπάρχει, ποια είναι η ποιότητά του και τι συμβαίνει στην άλλη πλευρά των συνόρων.
Η τελική Εθνική Στρατηγική δίνει βάρος στην ανταλλαγή δεδομένων και στα κοινά συστήματα παρακολούθησης. Πρόκειται για ένα κρίσιμο ζήτημα, καθώς η αξιοπιστία και η πληρότητα των δεδομένων παραμένουν αδύναμο σημείο του ελληνικού συστήματος διαχείρισης.
Στη δημόσια διαβούλευση το θέμα τέθηκε και από φορείς της αυτοδιοίκησης, με αιτήματα για περισσότερους σταθμούς μέτρησης, αξιόπιστα δεδομένα ανά λεκάνη απορροής, σαφείς αρμοδιότητες και μετρήσιμους στόχους.
Η παρέμβαση της αυτοδιοίκησης έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη διασυνοριακή διάσταση. Η διακρατική εξασφάλιση μιας ποσότητας νερού δεν λύνει το πρόβλημα εάν στη συνέχεια το εσωτερικό δίκτυο δεν μπορεί να την αποθηκεύσει και να τη διανείμει αποτελεσματικά.
Οι παλιές και ενεργοβόρες υποδομές, οι απώλειες στα δίκτυα, τα ανοικτά αρδευτικά κανάλια, η ανεπαρκής αποθηκευτική ικανότητα και τα κενά στην τηλεμετρία μπορούν να ακυρώσουν μέρος του οφέλους ακόμη και μιας επιτυχημένης διακρατικής συμφωνίας.
Οι παλιές συμφωνίες και η νέα κλιματική πραγματικότητα
Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί παράλληλα ένα ακόμη ερώτημα για τις υφιστάμενες διακρατικές συμφωνίες: τι συμβαίνει όταν το συνολικό διαθέσιμο νερό δεν επαρκεί;
Οι παλαιότερες συμφωνίες σχεδιάστηκαν σε περιόδους με διαφορετικές υδρολογικές συνθήκες και σε μεγάλο βαθμό στηρίχθηκαν σε ιστορικές παροχές και σταθερές κατανομές.
Στο νέο περιβάλλον, μια πιο ανθεκτική μορφή συνεργασίας θα απαιτούσε διαφορετικά σενάρια για κανονικές χρονιές, ξηρασία και ακραία λειψυδρία, προκαθορισμένους μηχανισμούς ενημέρωσης, κοινή εικόνα για τις διαθέσιμες ποσότητες και προστασία των απαραίτητων οικολογικών παροχών.
Αυτό δεν θεσπίζεται αυτομάτως από την Εθνική Στρατηγική. Η Στρατηγική χαράσσει την κατεύθυνση. Οι πραγματικές δεσμεύσεις για ποσότητες, έργα, χρηματοδότηση ή τρόπο λειτουργίας φραγμάτων πρέπει να προκύψουν μέσα από διακρατικές συμφωνίες, εφαρμοστικές αποφάσεις και συγκεκριμένα σχέδια και έργα.



