Το Σύνταγμα δεν θα το αναθεωρήσουμε για τις επόμενες εκλογές, αλλά για τις επόμενες γενεές, τόνισε στην ομιλία του ο υπουργός Εσωτερικών Θ. Λιβάνιος, παρουσιάζοντας τις αλλαγές που αφορούν τον τομέα ευθύνης του.
Στο άρθρο 29 προτείνεται η δυνατότητα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να ελέγχει τον νόμιμο τρόπο λειτουργίας των κομμάτων και παράλληλα να ενισχύεται με αυτόν τον τρόπο η δημοκρατική λειτουργία τους. «Φεύγουμε από τον έλεγχο ο οποίος γινόταν άπαξ, κατά την κατάθεση ενός καταστατικού στον Άρειο Πάγο, και αναθέτουμε στο Ανώτατο Όργανο της Δικαιοσύνης έναν ουσιαστικό και διαρκή έλεγχο, για να μην βρεθούμε μπροστά στο φαινόμενο, εγκληματικές οργανώσεις να λειτουργούν υπό τον μανδύα πολιτικού κόμματος και, γιατί αποδείχτηκε με τη "βούλα" της Δικαιοσύνης ότι, τα χέρια που χαιρετάνε φασιστικά, όχι μόνο δεν ήταν καθαρά αλλά είχαν επάνω τους και το αίμα ανθρώπων».
Με την τροποποίηση του άρθρου 41, ο κ. Λιβάνιος είπε ότι αλλάζει ο τρόπος διάλυσης της Βουλής, και ότι, από την επίκληση σοβαρού εθνικού θέματος μεταβαίνουμε σε αυτοδιάλυση της Βουλής, ύστερα από ψηφοφορία με πρόταση κυβέρνησης: «Είναι ενδεικτικό ότι αυτή η προσχηματική μέθοδος και η επίκληση εθνικού θέματος χρησιμοποιήθηκε 12 φορές από τη μεταπολίτευση. Από τις 20 εκλογές που έχουν διεξαχθεί από το 1974 μέχρι σήμερα, οι 12 φορές έγιναν με επίκληση εθνικού θέματος και μάλιστα, το ταλαίπωρο το Κυπριακό, σχεδόν σε όλες είχε αναφερθεί ως λόγος διάλυσης της Βουλής. Σε αυτές τις 12 φορές, ελπίζω μία τελευταία φορά την άνοιξη του ‘27 να προστεθεί η 13η [. . .] να μπει ένα τέλος στη συνταγματική υποκρισία δεκαετιών».
Για τα δημοψηφίσματα είπε ότι «είναι απολύτως σωστή κατεύθυνση η καθιέρωση ενός ελάχιστου χρονικού διαστήματος για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Το "20 ημέρες" είναι ένας χρόνος επαρκής και για να ανταλλαγούν απόψεις αλλά και για να ενημερωθεί κατάλληλα το εκλογικό σώμα».
Μάλιστα, ο κ. Λιβάνιος θεώρησε ότι «και ο χρόνος διάλυσης και διεξαγωγής των εκλογών μπορεί να αυξηθεί από τις 30 στις 40 μέρες, ώστε να διευκολύνονται και οι απόδημοι Έλληνες για να ασκήσουν ακόμα πιο ευχερώς το εκλογικό τους δικαίωμα και να μπορέσουμε να συζητήσουμε μία αναδιατύπωση του άρθρου 41 και της ερμηνευτικής δήλωσης ότι, το "εντός 30 ημερών" σήμερα, δεν σημαίνει "7 μέρες" ή "10 μέρες", άρα να είναι η τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος… Γιατί, με τη γραμματική ερμηνεία, σήμερα, του Συντάγματος, θεωρητικά, μπορεί κάποιος να προκηρύξει εκλογές για την άλλη Κυριακή…».
Για την αναθεώρηση των άρθρων 51 και 54, είπε ότι είναι από τις πιο μεγάλες θεσμικές αλλαγές: «Με το άρθρο 51 δίνεται η δυνατότητα επέκτασης της επιστολικής ψήφου σε εκλογείς εντός επικρατείας, [. . .] και παράλληλα, με το άρθρο 54 δίνεται η δυνατότητα στον μελλοντικό νομοθέτη να μπορεί, και με ρητή συνταγματική διάταξη να εφαρμόσει στη χώρα μας, ένα μεικτό εκλογικό σύστημα διαιρώντας την επικράτεια σε μείζονες και ελάσσονες εκλογικές περιφέρειες».
Επίσης, αναφέρθηκε στα άρθρα 101 έως 103 του Συντάγματος: «Με το άρθρο 101 δίνεται η δυνατότητα στον νομοθέτη να επιλέγει ποιος είναι ο βέλτιστος τρόπος αποκέντρωσης των υπηρεσιών του κράτους, είτε με τη δημιουργία αποκεντρωμένων διοικήσεων, όπως ισχύει σήμερα, είτε με τη δημιουργία και σύσταση αποκεντρωμένων υπηρεσιών των κεντρικών φορέων. Με τον τρόπο αυτό, σταθμίζοντας τις ανάγκες αλλά και το τεχνικό, λειτουργικό πλαίσιο των φορέων επιλέγεται κάθε φορά το καλύτερο σύστημα διοίκησης έχοντας όμως έναν απαράβατο κανόνα: ότι ο πολίτης ο οποίος ζει στην Ελλάδα απολαμβάνει την ίδια εξυπηρέτηση είτε ζει στη Γαύδο και στους Αγαθονήσι είτε ζει στα Άγραφα, είτε στο κέντρο της Αθήνας.
Για την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είπε ότι είναι από τα μεγάλα στοιχήματα. «Κομβικό βήμα είναι η δυνατότητα στον νομοθέτη να μπορεί να προβλέψει τη δυνατότητα στους ΟΤΑ, με δικιά τους πρωτοβουλία, να θεσπίσουν και φόρους και όχι μόνο τα ανταποδοτικά τέλη. Με τον τρόπο αυτό, η Αυτοδιοίκηση θα ωριμάσει, θα ενισχυθεί η δημόσια λογοδοσία της και θα μπορεί να απολογείται στους πολίτες που ζουν στην επικράτειά της για το έργο που παράγεται» είπε ο κ. Θ. Λιβάνιος, τονίζοντας ότι «είναι πολύ σημαντικό, να μεταβούμε από μία Αυτοδιοίκηση, η οποία είναι έρμαια διάφορων χρηματοδοτικών εργαλείων ή προοπτικής, σε μία Αυτοδιοίκηση, η οποία θα είναι σύγχρονη και αποτελεσματική». Παράλληλα είπε ότι ένα αντικειμενικό σύστημα αξιολόγησης για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα υλικής και ηθικής επιβράβευσης, αλλά και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ως μέθοδος αποχώρησης κάποιου ο οποίος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του επί μακρό χρονικό διάστημα. «Κανείς δεν έχει να φοβηθεί την αντικειμενική αξιολόγηση η οποία έχει καθιερωθεί, και οι μόνοι που πρέπει να τη φοβούνται είναι όσοι δεν τιμούν τον όρκο που δώσανε όταν ανέλαβαν τα καθήκοντα στο ελληνικό Δημόσιο».
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, είπε ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση οφείλει να πετύχει τόσο τη σταθερότητα όσο και τη μεταρρύθμιση: «Και μπορούμε όλοι, ανεξαρτήτως ιδεολογιών, να συμφωνήσουμε στο στόχο. Και ας αφήσουμε σε όποιον επιλέγει ο ελληνικός λαός να έχει την ηγεσία της χώρας, στο να καθορίσει το μέσο. Να συμφωνήσουμε όλοι μαζί ότι θέλουμε μια Ελλάδα ισχυρή. Μία Ελλάδα που θα λειτουργεί με κανόνες στα θεσμικά και δημοσιονομικά ζητήματα. Μία Ελλάδα που θα προωθεί τη χρήση της τεχνολογίας με όρια, και βεβαίως θα θωρακίσει το θεσμικό της πλαίσιο. Και ανεξαρτήτως τι θα επιλέξετε να ψηφίσετε σήμερα, η ευθύνη για όσους επιλέξει ο ελληνικός λαός να βρεθούν στην επόμενη Βουλή, θα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί δεν πρέπει να αφήσουμε αυτήν την ευκαιρία. Το Σύνταγμα δεν θα το αναθεωρήσουμε για τις επόμενες εκλογές αλλά για τις επόμενες γενεές».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ



