Η εμπορική αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον Καναδά εισέρχεται σε νέα φάση κλιμάκωσης, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για την επιβολή πρόσθετων δασμών 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, κατηγορώντας την Οτάβα για «διακριτική μεταχείριση» σε βάρος αμερικανικών εξαγωγών. Οι νέοι δασμοί θα τεθούν σε ισχύ στις 19 Αυγούστου και βασίζονται στο άρθρο 338 του Δασμολογικού Νόμου του 1930, μια διάταξη που χρησιμοποιείται εξαιρετικά σπάνια.
Στο στόχαστρο βρίσκονται εκατοντάδες κατηγορίες προϊόντων, από κρασιά, τυριά, έπιπλα και τσιμέντο έως μπαστούνια χόκεϊ, ακόμη και αγαθά που μέχρι σήμερα εισάγονταν αδασμολόγητα στο πλαίσιο της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (USMCA). Αντίθετα, εξαιρούνται στρατηγικοί τομείς όπως η ενέργεια, η ποτάσα, τα αλιεύματα και ορισμένα κρίσιμα ορυκτά και σπάνιες γαίες.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι ο Καναδάς εξακολουθεί να εφαρμόζει πολιτικές που περιορίζουν την πρόσβαση αμερικανικών αυτοκινήτων, γαλακτοκομικών και αλκοολούχων ποτών στην αγορά του. Ειδικά για τα γαλακτοκομικά, οι ΗΠΑ κατηγορούν την καναδική κυβέρνηση ότι δεν τηρεί τις δεσμεύσεις της βάσει της USMCA, αν και σχετική διαιτητική απόφαση το 2023 είχε δικαιώσει την καναδική πλευρά. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση επικαλείται και το μποϊκοτάζ που έχουν επιβάλει πολλές καναδικές επαρχίες στα αμερικανικά αλκοολούχα ποτά ως αντίποινα στους προηγούμενους αμερικανικούς δασμούς.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ απέρριψε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι καναδικές κινήσεις αποτελούν απάντηση στα αμερικανικά μέτρα και εξέφρασε την πρόθεση της Οτάβα να επιδιώξει λύση μέσω διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, Καναδοί αξιωματούχοι έχουν ήδη αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο λήψης νέων αντίμετρων, εφόσον οι δασμοί τεθούν σε εφαρμογή.
Η νέα κίνηση του Λευκού Οίκου εντάσσεται στη συνολικότερη προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να επαναφέρει ένα αυστηρότερο καθεστώς προστατευτισμού, μετά την ακύρωση προηγούμενων γενικευμένων δασμών από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Αναλυτές εκτιμούν ότι τα νέα μέτρα ενδέχεται να επιβαρύνουν τις τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές και να οξύνουν περαιτέρω τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.



