Ήταν το πιο πρόσφατο κεφάλαιο μιας σύγκρουσης που διαρκεί περισσότερο από δύο χρόνια και ξέσπασε μετά την επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ, αποκαλύπτοντας ότι η Μέση Ανατολή όπως υπήρχε πριν από την 7η Οκτωβρίου 2023 είχε πλέον οριστικά εκλείψει.
Στη θέση της έχει αναδυθεί μια περιοχή που έχει αναδιαμορφωθεί μέσα από ακόμη περισσότερη βία: οι συμμαχίες έχουν μεταβληθεί, τα πεδία των συγκρούσεων έχουν επεκταθεί σε πρωτοφανή κλίμακα, οι εμπορικές διαδρομές έχουν ανασχεδιαστεί και η κοινή γνώμη έχει διχαστεί, όπως διαπιστώνεται σε ανάλυση του Bloomberg Economics.
Η επίθεση της Χαμάς πυροδότησε νέες συγκρούσεις που εκτείνονται από τη Γάζα έως τον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και το Ιράν. Το Ισραήλ, συγκλονισμένο από την επίθεση, κατάφερε σοβαρά πλήγματα σε ορισμένες από τις οργανώσεις-πληρεξουσίους της Τεχεράνης, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι αυτές εξακολουθούσαν να μπορούν να απειλήσουν το εβραϊκό κράτος, να εκτοξεύσουν χιλιάδες πυραύλους σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου και να διαταράξουν το παγκόσμιο εμπόριο.
Ο πόλεμος επιτάχυνε τον κατακερματισμό των αμερικανικών συμμαχιών και την υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του Ισραήλ, καθώς ο στρατός του προωθήθηκε βαθύτερα σε γειτονικά εδάφη και σκότωσε δεκάδες χιλιάδες αμάχους.
Οι προβλέψεις ανάπτυξης για το 2026 αναθεωρήθηκαν σημαντικά προς τα κάτω σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις του Οκτωβρίου 2025, με το Κατάρ, το Ιράκ, το Ιράν, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και το Ομάν να καταγράφουν αξιοσημείωτες αρνητικές μεταβολές.

Η οικονομική ζημία εξακολουθεί να διαχέεται στις παγκόσμιες αγορές και ενδέχεται να χρειαστούν μήνες ή ακόμη και χρόνια μέχρι να απορροφηθούν πλήρως οι επιπτώσεις της. Παράλληλα, η εποχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του κόσμου τίθεται πλέον υπό σοβαρή αμφισβήτηση.
Σήμερα, το Ιράν φαίνεται να διαθέτει, ενδεχομένως, ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία - μια εξέλιξη σχεδόν αδιανόητη όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης εξακολουθεί να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, αφού προηγουμένως προκάλεσε εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και σοβαρές διαταραχές στις μεταφορές προϊόντων, από λιπάσματα έως καταναλωτικά αγαθά.
Μεταβαλλόμενες Συμμαχίες
Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου ανέτρεψε τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και έπληξε την αμερικανική προσπάθεια ένταξης της Σαουδικής Αραβίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ενώ το Ριάντ βρισκόταν κοντά στην εξομάλυνση των σχέσεών του με το Ισραήλ, ο πόλεμος στη Γάζα και οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί κατέστησαν πολιτικά αδύνατη μια τέτοια εξέλιξη.
Αντίθετα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμβάθυναν τη στρατηγική τους συνεργασία με το Ισραήλ, ανταλλάσσοντας πληροφορίες και συντονίζοντας στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Η επιλογή αυτή ενίσχυσε τις σχέσεις των δύο χωρών, αλλά ταυτόχρονα επιδείνωσε τις σχέσεις του Αμπού Ντάμπι με αρκετούς περιφερειακούς εταίρους, καθώς πολλοί θεωρούν πλέον το Ισραήλ παράγοντα αποσταθεροποίησης λόγω της στρατιωτικής του δράσης στη Γάζα, τον Λίβανο, τη Συρία, το Ιράν, την Υεμένη και το Κατάρ.
Οι ήδη υπάρχουσες διαφωνίες μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ για το πολιτικό Ισλάμ, την ενεργειακή πολιτική και την περιφερειακή επιρροή διευρύνθηκαν, με το Ισραήλ να αποτελεί πλέον ένα ακόμη σημείο τριβής. Ενώ το Αμπού Ντάμπι επέλεξε στενότερη ευθυγράμμιση με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ριάντ επένδυσε στη διπλωματία, ενισχύοντας τις σχέσεις του με την Αίγυπτο, την Τουρκία, το Πακιστάν και άλλες χώρες του Κόλπου.
Η στρατηγική των ΗΑΕ απέφερε και οικονομικά οφέλη, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες χαλάρωσαν τους περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης προς τη χώρα. Ωστόσο, με εξαίρεση τα ΗΑΕ, η θέση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή έχει επιδεινωθεί σημαντικά, με τις σχέσεις του με το Κατάρ να καταγράφουν τη μεγαλύτερη επιδείνωση μετά το ισραηλινό πλήγμα στη Ντόχα το 2025.
Αναταράξεις στον Κόλπο και στην παγκόσμια οικονομία
Ο πόλεμος με το Ιράν κατέρριψε επίσης τη φήμη των πόλεων του Κόλπου ως ασφαλών καταφυγίων απέναντι στις συγκρούσεις της ευρύτερης περιοχής.
Πουθενά δεν αποτυπώθηκε πιο έντονα αυτό το σοκ από ό,τι στο Ντουμπάι. Το Ιράν εκτόξευσε σχεδόν 3.000 μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Οι περισσότεροι αναχαιτίστηκαν, ωστόσο τουλάχιστον 13 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ λιμάνια, ξενοδοχεία και ενεργειακές εγκαταστάσεις υπέστησαν ζημιές δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι αεροπορικές πτήσεις και η επιχειρηματική δραστηριότητα αποκαταστάθηκαν γρήγορα, όμως οι συνέπειες παραμένουν αισθητές και ο κίνδυνος νέων διαταραχών εξακολουθεί να υφίσταται.
Ορισμένες απώλειες θα έχουν πολύ πιο μακροχρόνιες συνέπειες. Η επίθεση του Ιράν στις 18 Μαρτίου στις εγκαταστάσεις του Ρας Λαφάν προκάλεσε ζημιές σε δύο μονάδες υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 17% της εξαγωγικής δυναμικότητας του Κατάρ. Οι εργασίες αποκατάστασης ενδέχεται να διαρκέσουν χρόνια.

Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ υποχρέωσε τις κυβερνήσεις των κρατών του Κόλπου να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι οικονομίες τους συνδέονται με τον υπόλοιπο κόσμο. Η ενεργειακή παραγωγή περιορίστηκε σε ολόκληρη την περιοχή, με τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες να μειώνουν κάποια στιγμή την παραγωγή τους κατά τουλάχιστον 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως - ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 10% της παγκόσμιας προσφοράς. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σχεδιάζουν πλέον την ανάπτυξη νέων ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών εκτός των Στενών του Ορμούζ, επιδιώκοντας να μειώσουν μόνιμα την εξάρτησή τους από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο.
Η επέκταση της ισραηλινής επιρροής
Το Ισραήλ εξήλθε από τους πολέμους στρατιωτικά ισχυρότερο, αλλά και περισσότερο διεθνώς απομονωμένο. Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, με 1.200 νεκρούς, ενίσχυσε την πεποίθηση μεγάλου μέρους της ισραηλινής κοινωνίας ότι ένα παλαιστινιακό κράτος και οι φιλοϊρανικές οργανώσεις στην περιοχή συνιστούν υπαρξιακή απειλή, απομακρύνοντας ακόμη περισσότερο την προοπτική της λύσης των δύο κρατών.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου επιτάχυνε την επέκταση των εποικισμών, ενίσχυσε τις κινήσεις για de facto προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και διεύρυνε τη στρατιωτική παρουσία του Ισραήλ στη Γάζα, τον Λίβανο, τα Υψίπεδα του Γκολάν και τμήματα της Συρίας, επικαλούμενη την ανάγκη αποτροπής νέων επιθέσεων.
Ωστόσο, οι στρατιωτικές επιτυχίες συνοδεύτηκαν από αυξανόμενη διπλωματική και πολιτική απομόνωση. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, επενδύοντας τα τελευταία χρόνια στη στενή του σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, μετέτρεψε το Ισραήλ σε έντονα κομματικό ζήτημα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενδεικτικά, τον Απρίλιο σαράντα από τους σαράντα επτά Δημοκρατικούς γερουσιαστές τάχθηκαν υπέρ του μπλοκαρίσματος πακέτου στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Παράλληλα, η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ μεταβάλλεται. Σύμφωνα με τη Gallup, για πρώτη φορά περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν ότι συμπαθούν τους Παλαιστινίους (41%) παρά τους Ισραηλινούς (36%), αντιστρέφοντας την εικόνα του 2021. Την ίδια στιγμή, η σχέση του Νετανιάχου με τον Τραμπ εξελίσσεται σε πολιτικό βάρος, καθώς αυξάνεται η δυσαρέσκεια των Ισραηλινών για τη διαχείριση του πολέμου και των διαπραγματεύσεων με το Ιράν.
Οι πληρεξούσιες δυνάμεις του Ιράν
Παρά τα σοβαρά πλήγματα που υπέστη το δίκτυο συμμάχων και πληρεξούσιων οργανώσεων του Ιράν μετά την 7η Οκτωβρίου, η Τεχεράνη εξακολουθεί να μπορεί να απειλεί το Ισραήλ, την ευρύτερη περιοχή και την παγκόσμια οικονομία. Στη σύγκρουση ενεπλάκησαν άμεσα η Χεζμπολάχ από τον Λίβανο και οι Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ οι επιχειρήσεις εξαπλώθηκαν από τη Γάζα και τον Λίβανο έως τη Συρία, το Ιράκ και τα Στενά του Ορμούζ και του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.

Το Ισραήλ έπληξε συστηματικά τις φιλοϊρανικές οργανώσεις, ενώ οι ΗΠΑ και αραβικές χώρες συνέβαλαν στην αναχαίτιση των περισσότερων ιρανικών πυραύλων και drones που εκτοξεύθηκαν τον Απρίλιο του 2024. Σημαντικά πλήγματα για το Ιράν αποτέλεσαν η εξόντωση του ηγέτη της Χεζμπολάχ Χασάν Νασράλα, η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία και η άνοδος του Άχμεντ αλ Σαράα. Με τις περιφερειακές του άμυνες αποδυναμωμένες, το Ιράν βρέθηκε αντιμέτωπο με τον 12ήμερο πόλεμο του 2025, κατά τον οποίο το Ισραήλ και οι ΗΠΑ έπληξαν πυρηνικές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, χωρίς όμως να εξουδετερώσουν πλήρως το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Στον πόλεμο που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, ο οποίος κόστισε τη ζωή στον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και ανώτατους στρατιωτικούς διοικητές, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προσδοκούσαν γρήγορη νίκη και αλλαγή καθεστώτος. Ωστόσο, η ιρανική απάντηση, με επιθέσεις στον Κόλπο και τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ανέδειξε τη διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος της Τεχεράνης.
Οι συγκρούσεις προκάλεσαν σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και στο παγκόσμιο εμπόριο, οδηγώντας τελικά την Ουάσιγκτον πίσω στη διπλωματία. Παρότι το Ιράν εξασφάλισε ορισμένες οικονομικές παραχωρήσεις, δεν αποδέχθηκε περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα ούτε εγκατέλειψε τον μοχλό πίεσης που του προσφέρει ο έλεγχος του Ορμούζ. Όπως εκτιμά ο πρώην Αιγύπτιος διπλωμάτης Γιασέρ Οσμάν, ο πόλεμος ενδέχεται τελικά να ενίσχυσε, αντί να αποδυνάμωσε, το ιρανικό καθεστώς.



