Την ώρα που οι ΗΠΑ γιορτάζουν την 250ή επέτειο από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της 4ης Ιουλίου 1776 από τη Μεγάλη Βρετανία, οι πολιτικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν την εποχή Τραμπ δοκιμάζουν μια παράδοση που θεωρούνταν διαχρονικά στοιχείο εθνικής ενότητας: τον εορτασμό της ίδρυσης της χώρας με πυροτεχνήματα, παρελάσεις και διακοσμήσεις στα χρώματα του κόκκινου, του λευκού και του μπλε.
Καθώς ο Τραμπ έχει αφήσει έντονα το προσωπικό του αποτύπωμα στις επίσημες εκδηλώσεις της επετείου και η δεύτερη θητεία του στον Λευκό Οίκο χαρακτηρίζεται από βαθιά διχαστικές πολιτικές στο μεταναστευτικό, την οικονομία και την εξωτερική πολιτική, πολλοί Αμερικανοί δυσκολεύονται να διαχωρίσουν την πολιτική από τον εορταστικό χαρακτήρα της επετείου.
«Η ίδια η ιδέα του εορτασμού έχει πλέον αποκτήσει πολιτικό και κομματικό χαρακτήρα», δήλωσε στο Reuters η ιστορικός του Πανεπιστημίου Yale, Μπέβερλι Γκέιτζ. «Εκείνο που εντυπωσιάζει στη σημερινή συγκυρία είναι το πόσο διαδεδομένη φαίνεται να είναι η απαισιοδοξία».
Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, ένας στους πέντε Αμερικανούς δηλώνει ότι δεν θα γιορτάσει φέτος την Ημέρα της Ανεξαρτησίας, ανάμεσά τους το ένα τέταρτο των Δημοκρατικών και το 8% των Ρεπουμπλικανών. Δύο στους πέντε δεν πιστεύουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη και έπειτα από άλλα 250 χρόνια.
Επιπλέον, οι Αμερικανοί εκφράζουν ολοένα και μεγαλύτερες αμφιβολίες για το κατά πόσο οι ΗΠΑ έχουν ανταποκριθεί στις θεμελιώδεις αξίες πάνω στις οποίες ιδρύθηκαν. Το 2024, το 72% των Αμερικανών που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα συμφώνησε με τη διαπίστωση ότι η δημοκρατία στις Ηνωμένες Πολιτείες «υπήρξε κάποτε καλό παράδειγμα, αλλά δεν είναι πλέον τα τελευταία χρόνια».

Το αποτύπωμα του Τραμπ
Ο Τραμπ έχει τοποθετήσει τον εαυτό του στο επίκεντρο των εορτασμών για τα 250 χρόνια της χώρας.
Πέρυσι, ο Λευκός Οίκος δημιούργησε το πρόγραμμα Freedom 250, μια σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για τη διοργάνωση των επετειακών εκδηλώσεων, παρά το γεγονός ότι υπήρχε ήδη η διακομματική επιτροπή America250, η οποία είχε συσταθεί από το Κογκρέσο και εργαζόταν επί χρόνια για την προετοιμασία των εορτασμών.
Κεντρική εκδήλωση του Freedom 250 είναι η Great American State Fair, μια δεκαπενθήμερη έκθεση που πραγματοποιείται στο National Mall της Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ εγκαινίασε την έκθεση με συγκέντρωση που θύμιζε προεκλογική εκστρατεία και πρόκειται να πραγματοποιήσει ακόμη μία στις 4 Ιουλίου, προκαλώντας επικρίσεις ότι μετατρέπει τον εθνικό εορτασμό σε πολιτική εκδήλωση.
Πολλοί Αμερικανοί δήλωσαν ότι η εθνική εορτή - παρά τον παραδοσιακό της συμβολισμό γύρω από την εθνική ταυτότητα και την κοινή ιστορική κληρονομιά - δεν έχει καταφέρει να αμβλύνει τις ανησυχίες τους για τις τοπικές και εθνικές διαιρέσεις.
Πολλοί προβληματίζονται για ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της αμερικανικής ταυτότητας: εξακολουθούν να υπάρχουν αρχές και αξίες που ενώνουν τη χώρα ή μήπως ο κομματισμός έχει διχάσει τόσο βαθιά τους ψηφοφόρους ώστε η κομματική πίστη να υπερισχύει του πατριωτισμού;
Άτομα ηλικίας κοντά στα 30 έτη συνειδητοποιούν ότι η γενιά τους έχουν ζήσει ολόκληρη την ενήλικη ζωή τους μέσα σε μια εποχή ακραίας κομματικής πόλωσης, που χαρακτηρίζεται από γενικευμένο μηδενισμό και κυνισμό για την κατεύθυνση που ακολουθεί η χώρα.
Εκφράζουν δε ανησυχίες ότι η πρόοδος που έχει επιτευχθεί επί δεκαετίες ανακόπτεται κατά τη διακυβέρνηση Τραμπ, η οποία έχει περιορίσει ορισμένες από τις προστασίες των πολιτικών δικαιωμάτων που αφορούν τις μειονότητες.
Οι αντικρουόμενες αυτές διαθέσεις έχουν φέρει τους τοπικούς διοργανωτές των εκδηλώσεων της 4ης Ιουλίου αντιμέτωπους με ένα δύσκολο έργο: πώς να τιμήσουν την επέτειο χωρίς να αποξενώσουν μεγάλα τμήματα της τοπικής κοινωνίας.
Ιστορικοί επισημαίνουν ότι και προηγούμενες μεγάλες επέτειοι συνέπεσαν με περιόδους έντονων αναταράξεων. Το 1876 οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούσαν ακόμη να επουλώσουν τα τραύματα του Εμφυλίου Πολέμου, ο οποίος είχε λήξει μόλις μία δεκαετία νωρίτερα. Το 1976, ο πόλεμος του Βιετνάμ και το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ είχαν κλονίσει βαθιά την εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κυβέρνηση.
«Ένα πράγμα που έχω διαπιστώσει είναι ότι οι άνθρωποι σπανίως μπορούν να αξιολογήσουν σωστά τη δική τους ιστορική στιγμή», δήλωσε στο Reuters η ιστορικός του Yale, Μπέβερλι Γκέιτζ. «Ορισμένες από τις πιο βαθιές κρίσεις στην αμερικανική ιστορία ακολουθήθηκαν από περιόδους εξίσου βαθιών αλλαγών».

Στρατιωτική ισχύς έναντι διπλωματίας
Η Deutsche Welle (DW) εξέτασε πώς οι στόχοι και οι μέθοδοι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μεταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 250 ετών, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ επιδιώκουν ολοένα και περισσότερο τους στόχους τους μέσω της στρατιωτικής ισχύος και λιγότερο μέσω της διπλωματίας.
Πολιτικοί επιστήμονες έχουν καταγράψει περισσότερες από 500 στρατιωτικές επεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια των τελευταίων 250 ετών.
«Στο παρελθόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούσαν ότι πολλοί από τους αντιπάλους τους ενεργούσαν ορθολογικά. Ωστόσο, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αυτή η πεποίθηση για τον ορθολογισμό των εχθρών τους φαίνεται να εξασθένησε», δήλωσε στη DW η Κούσι, επίκουρη καθηγήτρια στο Mount Holyoke College, ιδιωτικό πανεπιστήμιο ανθρωπιστικών σπουδών στη Μασαχουσέτη.
«Καθώς, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Άμυνας αυξανόταν θεαματικά, ενώ εκείνος του Υπουργείου Εξωτερικών συρρικνωνόταν, δημιουργήθηκε η εξής κατάσταση: όταν το μόνο εργαλείο που διαθέτεις είναι ένα σφυρί, τότε κάθε πρόβλημα μοιάζει με καρφί».
Παρότι η Λατινική Αμερική αποτέλεσε διαχρονικά το βασικό πεδίο αμερικανικών επεμβάσεων ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, τις τελευταίες δεκαετίες το επίκεντρο μετατοπίστηκε ολοένα και περισσότερο προς την Ασία, συμπεριλαμβανομένης της Μέσης Ανατολής.
«Τα στοιχεία μας δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι αμερικανικές παρεμβάσεις μετατοπίστηκαν προς τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Υποσαχάρια Αφρική», ανέφερε η Κούσι. «Σε μεγάλο βαθμό αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τον παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Εξηγείται όμως και από τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, ως της μοναδικής υπερδύναμης μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, να προβάλλουν στρατιωτική ισχύ σε παγκόσμια κλίμακα. Με τη συνεχή ενίσχυση των στρατιωτικών τους δυνατοτήτων, μπορούσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους σχεδόν οπουδήποτε και, ταυτόχρονα, να επαναπροσδιορίζουν τα εθνικά τους συμφέροντα, έτσι ώστε σχεδόν κάθε περιοχή του κόσμου να συνδέεται με τα αμερικανικά συμφέροντα».
Επίτευξη οικονομικών στόχων
Επίσης, τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει και η στρατηγική μέσω της οποίας επιδιώκονταν τα οικονομικά συμφέροντα. Σύμφωνα με το ερευνητικό πρόγραμμα Measuring American Diplomacy των πολιτικών επιστημόνων Κάλβιν Θρολ και Ματ Μάλις, από τη δεκαετία του 1960 έως και τη δεκαετία του 1980 οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν ολοένα και περισσότερες εμπορικές συμφωνίες.
«Οι διπλωμάτες είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στην προώθηση των αμερικανικών εξαγωγών όταν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους και προσωπικό», δήλωσε στη DW ο Θρολ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. «Είναι επίσης πολύ αποτελεσματικοί στη διαπραγμάτευση επενδυτικών συμφωνιών και στην επίλυση εμπορικών διαφορών.»
Ο ίδιος επισήμανε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες τείνουν να διατηρούν περιορισμένη διπλωματική παρουσία σε χώρες όπου η κυβέρνηση δεν διαπιστώνει σημαντικά εμπορικά συμφέροντα.
«Σήμερα δεν διαθέτουμε πρέσβεις σε χώρες όπως η Βολιβία, το Πακιστάν ή το Μαλάουι», ανέφερε. «Ειδικά στην Αφρική, οι σχέσεις αυτές αντιμετωπίζονται συχνά με ασυνέπεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, οι χώρες που αποτελούν σημαντικούς προορισμούς για τις αμερικανικές εξαγωγές ή έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες προσελκύουν σταθερά την προσοχή κάθε κυβέρνησης, ανεξαρτήτως πολιτικής παράταξης.»
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι Θρολ και Μάλις, ο αριθμός των νέων διεθνών συνθηκών που συνάπτουν οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζει πτωτική πορεία από τη δεκαετία του 1980, τόσο επί Ρεπουμπλικανικών όσο και επί Δημοκρατικών κυβερνήσεων.
Οι Αμερικανοί πρόεδροι προτιμούν ολοένα και περισσότερο να συνάπτουν εκτελεστικές συμφωνίες απευθείας με άλλους αρχηγούς κρατών αντί για διεθνείς συνθήκες, οι οποίες απαιτούν επικύρωση από το Κογκρέσο. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι συμφωνίες εμφανίζουν πτωτική τάση, ιδιαίτερα κατά την τελευταία δεκαετία.

Διμερείς αντί πολυμερών συμφωνιών
Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με μία ακόμη σημαντική τάση: οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρούν ολοένα και συχνότερα από πολυμερείς συμφωνίες. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 οι αμερικανικές κυβερνήσεις προτιμούν να συνάπτουν διμερείς, κυρίως εμπορικές συμφωνίες.
«Στις διμερείς συμφωνίες, το ισχυρότερο από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη - που στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι σχεδόν πάντοτε οι ίδιες οι ΗΠΑ - έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει τους όρους της συμφωνίας», εξήγησε ο Θρολ.
«Αυτό που διαφοροποιεί πραγματικά τη σημερινή κυβέρνηση από τις προηγούμενες είναι ότι δεν προσποιείται πλέον πως υπηρετεί τη λεγόμενη φιλελεύθερη διεθνή τάξη ή μια διεθνή τάξη βασισμένη σε αξίες», πρόσθεσε. «Ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίζεται πολύ πιο πρόθυμος να δηλώσει ανοιχτά: "Μας ενδιαφέρουν τα οικονομικά μας συμφέροντα. Δεν πρόκειται για αξίες ούτε για τη διατήρηση μιας συγκεκριμένης διεθνούς τάξης".»
Επιδείνωση της εικόνας των ΗΠΑ
Σε έρευνα του Pew Research που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο, το 62% των Αμερικανών δήλωσε ότι δεν εμπιστεύεται τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ πως χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ με σύνεση ή λαμβάνει ορθές αποφάσεις σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Η διαπίστωση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη και μακροχρόνια τάση. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η εταιρεία δημοσκοπήσεων Gallup ζητά από τους Αμερικανούς να αξιολογήσουν τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο. Έπειτα από το ιστορικό υψηλό του 71% που καταγράφηκε το 2002, σήμερα μόλις το 38% των Αμερικανών δηλώνει ικανοποιημένο από τη διεθνή θέση της χώρας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις φαίνεται επίσης να έχουν επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι υπόλοιπες χώρες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έρευνες του Pew Research το 2025, καθώς και της δανικής οργάνωσης Alliance of Democracies και της εταιρείας δημοσκοπήσεων Nira Data κατά το τρέχον έτος, δείχνουν ότι η εικόνα των ΗΠΑ στο εξωτερικό έχει επιδεινωθεί αισθητά σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με την Alliance of Democracies, η εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών βελτιώθηκε μόνο σε τρεις από τις 48 χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα: στο Ισραήλ, στη Ρωσία και στην Κίνα.



