Την άποψη ότι αν ζούσαμε σε μια «κανονική ευρωπαϊκή δημοκρατία» θα έπρεπε να παραιτηθεί «σήμερα» ο πρωθυπουργός και να προκηρυχτούν εκλογές εξέφρασε ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατά τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαρία Νικόλτσιου στο πλαίσιο του «11ου Οικονομικού Φόρουμ Δελφών 2026».
Ειδικότερα, ερωτηθείς πότε σκοπεύει να ξεκινήσει το νέο κόμμα, απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει γιατί δεν ζούμε σε μια «κανονική χώρα». Όπως τόνισε, μετά απ' όσα είπε νωρίτερα στο Φόρουμ η Ευρωπαία Εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι για «διαφθορά, έγκλημα, απάτη, κατάχρηση εξουσίας, εμπορία επιρροής, αν είχαμε έναν κανονικό Ευρωπαίο πρωθυπουργό που σεβόταν τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, θα έπρεπε να παραιτηθεί σήμερα και να προκηρυχτούν εκλογές». Σε αυτήν την περίπτωση θα γινόταν το κόμμα «σε μία εβδομάδα», είπε χαρακτηριστικά.
Επιπρόσθετα, εξήγησε ότι για όλους αυτούς τους λόγους επέστρεψε στην πολιτική πρώτης γραμμής, μη μπορώντας να μένει «στη βολική σιωπή». «Έχω ευθύνη να συμβάλλω στο να επιστρέψει η κανονικότητα στο πολιτικό σύστημα και η σταθερότητα στη χώρα», υπογράμμισε, σημειώνοντας πως ειδικά στην παρούσα «δραματική περίοδο» λόγω και των γεωπολιτικών εξελίξεων είναι «αναγκαίο να ανακάμψουν οι προοδευτικές δυνάμεις και η κυβερνώσα Αριστερά».
Περνώντας στα αμιγώς ζητήματα οικονομίας, άσκησε κριτική στην κυβέρνηση για την πολιτική «επιδομάτων» που εφαρμόζει, αλλά και στην «άγονη» αντιπολίτευση που ζητάει απλώς «μεγαλύτερα επίδοματα». Όπως είπε, «πρέπει να αλλάξουμε δομικά την ελληνική οικονομία και το παραγωγικό μοντέλο για γίνει η χώρα πιο ανθεκτική στην κρίση και να δοθεί άλλη προοπτική». Συγκεκριμένα, μίλησε για ανάγκη «αλλαγής του κράτους», έτσι ώστε να μην είναι «ούτε πελατειακό ούτε διεφθαρμένο, αλλά ισχυρό, αναπτυξιακό και συνεργατικό» για να στηρίζει την ανασυγκρότηση της οικονομίας. Χαρακτήρισε «μεγάλη αλλά χαμένη ευκαιρία» το Ταμείο Ανάκαμψης καθώς αντί να στηρίξει υποδομές που καταρρέουν, τα χρήματα πήγαν σε «30 επιχειρήσεις φίλων και γνωστών» και πρότεινε την ίδρυση ενός Εθνικού Ταμείου Σύγκλισης, το οποίο μέσα από την αξιοποίηση δημόσιων πόρων και τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων να μπορεί να χρηματοδοτήσει τους «παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και επενδύσεις», δημιουργώντας τις συνθήκες για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και νέες θέσεις εργασίας, στα πρότυπα άλλων χωρών όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία.
Στο πλαίσιο αυτό επισήμανε ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και καταλόγισε στην κυβέρνηση ευθύνες για το ότι οι μοναδικές επενδύσεις στη χώρα αφορούν μεγάλα funds που επενδύουν είτε σε real estate με χρήματα μάλιστα ελληνικών τραπεζών είτε στην εκμετάλλευση των κόκκινων δανείων. «Δεν είναι σοβαρή παραγωγική προοπτική αυτή», είπε και υπογράμμισε ότι υπάρχει «σχέδιο» για τη δημιουργία ενός «φιλοεπενδυτικού» περιβάλλοντος στη χώρα, το οποίο δεν είναι εφικτό στην παρούσα κατάσταση, όταν «η χώρα διακρίνεται για τη διαφθορά».
Αντέκρουσε μάλιστα την κριτική ότι η Αριστερά έχει «αλλεργία στις επενδύσεις», σημειώνοντας ότι «έχει αλλεργία με την αδικία και με την αρπαχτή και όχι με το «κέρδος, την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη».
Κληθείς να σχολιάσει την κριτική που δέχθηκε για την άποψη που εξέφρασε σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι το 2015 έπρεπε να είχε κλείσει τις τράπεζες η κυβέρνησή του από την πρώτη μέρα, σημείωσε ότι αυτό που είπε ήταν ότι ήδη είχαν φύγει 80 δισ. ευρώ από τις ελληνικές τράπεζες από την αρχή της κρίσης και ότι με αυτόν τον τρόπο θα είχε αποφευχθεί να φύγουν άλλα 30 δισ. Ωστόσο, τόνισε ότι αυτό που έχει σημασία είναι «σήμερα τι είναι επικίνδυνο», ασκώντας κριτική στις τράπεζες για τον μη παραγωγικό ρόλο τους στην οικονομία, αφού κερδίζουν κυρίως «από τις υπερβολικές χρεώσεις» εις βάρος των πολιτών. «Αυτά δεν είναι κανονικότητα. Αυτά είναι επικίνδυνα», σχολίασε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για «ισχυρή πολιτική βούληση και δημόσια παρέμβαση προκειμένου να υπάρχει μεγαλύτερος ανταγωνισμός στο χρηματοπιστωτικό σύστημα» και να καταπολεμηθούν «τα καρτέλ και οι εναρμονισμένες πρακτικές εις βάρος του καταναλωτή».
Όσον αφορά τη φορολογική πολιτική επέρριψε ευθύνες στην κυβέρνηση για την «αδιανόητη αναλογία άμεσων και έμμεσων φόρων», τονίζοντας την ανάγκη για ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα, μέσα από τη δραστική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και των εισφορών στη μισθωτή εργασία και τη δικαιότερη φορολόγηση της κινητής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων. Ωστόσο, ως «βασικό πυλώνα» του φορολογικού προγράμματος που έχει εκπονήσει το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα παρουσίασε την «πατριωτική εισφορά».
Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στους «20, 30, 100», όπως είπε χαρακτηριστικά, ισχυρότερους ανθρώπους που «τους ξέρουμε με το όνομά τους» και τους οποίους πιστεύει ότι θα τους «έπειθε» για την σημασία αυτού του μέτρου γιατί «καμία χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει με τόσες ανισότητες». «Θα έβλεπαν μια κυβέρνηση που δεν τους ζητάει δώρα αλλά κάτι για την πατρίδα», είπε, ξεκαθαρίζοντας ότι αυτά τα χρήματα θα πήγαιναν σε ειδικό λογαριασμό με στόχο τις επόμενες γενιές του τόπου και την ανασυγκρότηση κοινωνικού κράτους, και για τομείς όπως στέγη, παιδεία, υγεία και έρευνα και θα συμφωνούσαν από κοινού το πλαίσιο διαχείρισής του.
Συνεχίζοντας, ο Αλ. Τσίπρας υπογράμμισε τη σημασία της χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης για την καταπολέμηση της διαφθοράς αλλά και της ακρίβειας, ενώ τόνισε επίσης ότι επείγει η λήψη ουσιαστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
Ερωτηθείς για τις δυνατότητες συνεργασιών μετά τις εκλογές, είπε πως το κρίσιμο δε είναι μόνο η «πολιτική αλλαγή» αλλά κυρίως η «αλλαγή πολιτικής» και δήλωσε «αποφασισμένος να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του». Συγκεκριμένα, για το Προκοπή Δούκα και ενδεχόμενη «σύμπνοια», απάντησε πως είναι «καλοδεχούμενη κάθε σύμπνοια και κάθε προσέγγιση».
Κλείνοντας τη συνέντευξη αναφέρθηκε μεταξύ άλλων σε διεθνή ζητήματα, τονίζοντας την ανάγκη να επιστρέψει η χώρα στην «πάγια εθνική στρατηγική της ενεργητικής και πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής» ειδικά σε μια περίοδο που φαίνεται να επικρατεί το δίκαιο του ισχυρού και καταστρατηγείται το διεθνές δίκαιο. Για το Ισραήλ, επισήμανε ότι ο ίδιος όχι μόνο συνέχισε αλλά ανέπτυξε τις σχέσεις της χώρας αλλά σε μια εποχή που το Ισραήλ δεν έπαιζε αυτόν τον «πολεμοχαρή ρόλο» και δεν γινόταν γενοκτονία στη Γάζα και επομένως τώρα θα έπρεπε η κυβέρνηση να στηρίζει τον επαναπροσδιορισμό τους.
Απαντώντας στην ερώτηση «τι σημαίνει να είσαι αριστερός σήμερα», ο Αλ. Τσίπρας κατέληξε:
«Αριστερός σήμερα είναι να αγωνίζεσαι για μια πιο δίκαιη κοινωνία να έχεις ως πυξίδα λειτουργίας τη δημοκρατία, τη συμπερίληψη, να είσαι έντιμος και αφοσιωμένος στο λαό και στην πατρίδα. Αυτό είναι για μένα το αξιακό πλαίσιο που καθορίζει την αριστερή μου ταυτότητα».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ