Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) δημοσίευσε γνώμη σχετικά με την πρόταση για ένα νέο ενοποιημένο πρόγραμμα για την ενιαία αγορά και τα τελωνεία, η οποία αποτελεί μέρος της δέσμης νομοθετικών προτάσεων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ, το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) 2028-2034. Με τις παρατηρήσεις που διατυπώνει, το ΕΕΣ επιδιώκει να διασφαλίσει ότι το μελλοντικό πρόγραμμα προωθεί τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και αποφέρει σαφή ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, κεφαλαίων και υπηρεσιών στην ΕΕ.
Η πρόταση για το πρόγραμμα προβλέπει τη συγχώνευση υπό ενιαίο νομικό πλαίσιο πέντε υφιστάμενων μέσων της ΕΕ: μερών του προγράμματος για την ενιαία αγορά, του προγράμματος «Τελωνεία», του μέσου χρηματοδοτικής στήριξης για τον εξοπλισμό τελωνειακών ελέγχων, του προγράμματος «Fiscalis» και του προγράμματος της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης. Το σκεπτικό πίσω από την ενοποίηση αυτή είναι να δοθεί μια λύση στο από μακρού κατακερματισμένο χρηματοδοτικό τοπίο που στηρίζει επί του παρόντος την ενιαία αγορά, την τελωνειακή ένωση, τη φορολογική συνεργασία, τον συντονισμό για την καταπολέμηση της απάτης και τις ευρωπαϊκές στατιστικές. Ο προβλεπόμενος σχετικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 6,2 δισ. ευρώ για την περίοδο 2028-2034 και αντιπροσωπεύει κατά προσέγγιση το 0,31 % του νέου ΠΔΠ, συνολικού ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ. Πρόκειται για σημαντική αύξηση σε σύγκριση με τα αντίστοιχα κονδύλια των πέντε προηγούμενων προγραμμάτων.
Η γνώμη του Συνεδρίου
Το ΕΕΣ επισημαίνει τη μεγάλη ποικιλία που χαρακτηρίζει τις δραστηριότητες που καλύπτει το ενοποιημένο πρόγραμμα για την ενιαία αγορά και τα τελωνεία. Η δε υλοποίηση των περισσοτέρων δεν είναι προαιρετική αλλά υποχρεωτική βάσει της νομοθεσίας. Για τις δραστηριότητες του ενοποιημένου προγράμματος χρειάζονται σαφείς ρυθμίσεις διακυβέρνησης, η κατανομή των πόρων κατά τρόπο διαφανή και ισχυροί μηχανισμοί παρακολούθησης και αξιολόγησης. Συγκεκριμένα:
Δεν είναι σαφές πώς οι στόχοι των δαπανών του προγράμματος θα ευθυγραμμίζονται με τις στρατηγικές προτεραιότητες της ΕΕ. Στην πρόταση γίνεται αναφορά στην ανταγωνιστικότητα, στην επιβολή της ενιαίας αγοράς και στην ψηφιοποίηση των τελωνειακών και φορολογικών διαδικασιών, χωρίς ωστόσο οι προτεραιότητες αυτές να ανάγονται σε δεσμευτικές απαιτήσεις. Για παράδειγμα, στην πρόταση δεν προβλέπεται η απαίτηση οι ενωσιακές δράσεις να αποβλέπουν στην άρση των διαρθρωτικών εμποδίων στην ενιαία αγορά που έχουμε εντοπίσει στο πλαίσιο παλαιότερων ελέγχων μας. Ούτε διευκρινίζεται πώς μπορεί να βελτιωθεί η αρχιτεκτονική της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης ή πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν επίμονες αδυναμίες που έχουν εντοπιστεί κατά το παρελθόν στο πλαίσιο ελέγχων του ΕΕΣ σχετικά με το σύστημα πληροφοριών κατά της απάτης και το σύστημα διαχείρισης παρατυπιών.
Η πρόταση εισαγάγει εργαλεία εκτεταμένης ευελιξίας, όμως η απουσία ειδικών κανόνων και προτεραιοτήτων θα μπορούσε να επηρεάσει τη συνέχεια της χρηματοδότησης για βασικές συνιστώσες, όπως οι ζωτικής σημασίας υποδομές ΤΠ για τη φορολογία ή την καταπολέμηση της απάτης. Οι εν λόγω συνιστώσες απαιτούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις, βασίζονται όμως σε μεγάλο βαθμό σε αποφάσεις ετήσιου προγραμματισμού.
Η ενοποίηση πέντε προγραμμάτων σε ένα ενιαίο παρέχει περιθώρια απλούστευσης. Ωστόσο, δεδομένου του ευρέος φάσματος των παρεμβάσεων, δράσεων και συμφεροντούχων, δεν καθορίζονται στην πρόταση σαφείς κανόνες που να διασφαλίζουν τη συνεκτική ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, τη διαφάνεια στην κατάρτιση του προϋπολογισμού και την άρτια πλαισίωση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων. Πρόκειται για μια αδυναμία που αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς, παρά τις επιδιώξεις των ενωσιακών προγραμμάτων, οι αποκλίσεις στις εθνικές πρακτικές παραμένουν, όπως έχουν καταδείξει προηγούμενοι έλεγχοι.
Οι ποικίλες πτυχές του προγράμματος για την ενιαία αγορά και τα τελωνεία συνεπάγονται κινδύνους για τη λογοδοσία και την ιχνηλασιμότητα των δαπανώμενων κονδυλίων. Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν ελάχιστες απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας και αναφοράς στοιχείων και να συνδεθούν με σαφήνεια οι πληρωμές με τα αποτελέσματα. Το ζήτημα αυτό δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς στο πλαίσιο των αποφάσεων σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή εσωτερικών δικλίδων που θα λαμβάνονται προϊόντος του χρόνου.
Τέλος, η Επιτροπή θα πρέπει να μεριμνά ώστε να διασφαλίζεται, στο πλαίσιο της άμεσης και της έμμεσης διαχείρισης που εφαρμόζει, ότι η εντολή ελέγχου του ΕΕΣ διατηρείται στο ακέραιο για όλα τα σκέλη του προγράμματος, και να εγγυάται, μέσω τυποποιημένων ρητρών στις συμφωνίες ανάθεσης, τα δικαιώματα ελέγχου του οργάνου μας όσον αφορά φορείς που δεν υπάγονται στο νομικό πλαίσιο της ΕΕ.