Για χρόνια οι αμοιβές παρέμεναν ένα από τα πιο «κλειστά» κεφάλαια στον χώρο εργασίας. Οι εργαζόμενοι γνώριζαν ελάχιστα για τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονταν οι μισθοί, τα κριτήρια μισθολογικής εξέλιξης ή τους λόγους στους οποίους οφείλονταν οι διαφορές στις αποδοχές.
Αυτό το μοντέλο αλλάζει με την Οδηγία (ΕΕ) 2023/970, η οποία θέτει νέους κανόνες για τη διαφάνεια των αμοιβών και ενισχύει την εφαρμογή της αρχής «ίση αμοιβή για όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας». Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν. 5316/2026 (ΦΕΚ Α’ 105/06.07.2026). Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμόσουν σταδιακά τις πολιτικές αμοιβών και τις σχετικές διαδικασίες τους στις καινούριες απαιτήσεις, καθώς οι νέες ρυθμίσεις επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται, αξιολογούνται και επικοινωνούνται οι αμοιβές στον χώρο εργασίας.
Η παρέμβαση αυτή δεν είναι τυχαία. Παρά τη διαχρονική κατοχύρωση της αρχής της ίσης αμοιβής, το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών εξακολουθεί να υφίσταται στα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που οδήγησε στην υιοθέτηση ενός πλαισίου που δίνει έμφαση στη διαφάνεια και στη λογοδοσία των εργοδοτών.
Η διαφάνεια ξεκινά από την πρόσληψη
Η αλλαγή ξεκινά πριν ακόμη δημιουργηθεί μια εργασιακή σχέση. Οι αγγελίες εργασίας και οι τίτλοι των θέσεων θα πρέπει να είναι ουδέτεροι ως προς το φύλο, ενώ οι υποψήφιοι εργαζόμενοι θα έχουν δικαίωμα ενημέρωσης για την αρχική αμοιβή ή το εύρος αποδοχών της θέσης.
Παράλληλα, δεν επιτρέπεται οι εργοδότες να ζητούν πληροφορίες για το μισθολογικό ιστορικό των υποψηφίων, καθώς μια τέτοια πρακτική μπορεί να αναπαράγει παλαιότερες μισθολογικές ανισότητες.
Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να τεκμηριώνουν τις αμοιβές τους
Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις οργανώνουν τις μισθολογικές τους πολιτικές. Δεν αρκεί πλέον μια απόφαση αμοιβής να αποτελεί εσωτερική επιλογή· θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια.
Οι επιχειρήσεις καλούνται να καταγράψουν τις θέσεις εργασίας, να αξιολογήσουν ποιες θεωρούνται όμοιες ή ίσης αξίας και να ελέγξουν εάν υπάρχουν αποκλίσεις στις αποδοχές που δεν δικαιολογούνται από αντικειμενικά, ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια, όπως οι δεξιότητες, η εμπειρία, η ευθύνη ή οι απαιτήσεις της εργασίας.
Ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να γνωρίζει
Η νέα νομοθεσία ενισχύει σημαντικά το δικαίωμα πληροφόρησης των εργαζομένων. Κάθε εργαζόμενος μπορεί να ζητά στοιχεία για το προσωπικό του επίπεδο αμοιβής, αλλά και για τα μέσα επίπεδα αμοιβών ανά φύλο σε αντίστοιχες κατηγορίες εργαζομένων.
Ο εργοδότης υποχρεούται να απαντά εντός εύλογου χρόνου και πάντως εντός δύο μηνών, ενώ θα πρέπει να ενημερώνει τακτικά το προσωπικό για τη δυνατότητα άσκησης αυτού του δικαιώματος.
Το μισθολογικό χάσμα στο μικροσκόπιο
Οι εργοδότες με τουλάχιστον 100 εργαζομένους θα υποχρεούνται να δημοσιοποιούν στοιχεία σχετικά με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών, καλύπτοντας όχι μόνο τις βασικές αλλά και τις μεταβλητές αποδοχές, καθώς και την κατανομή των εργαζομένων στα διαφορετικά μισθολογικά επίπεδα. Οι υποχρεώσεις αυτές ενεργοποιούνται σταδιακά, ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Όπου εντοπίζονται αδικαιολόγητες μισθολογικές αποκλίσεις, θα απαιτούνται διορθωτικές ενέργειες και, υπό προϋποθέσεις, κοινή αξιολόγηση των αμοιβών με τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
Μια αλλαγή που ξεπερνά τη συμμόρφωση
Η νέα ρύθμιση δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη υποχρέωση για τις επιχειρήσεις. Αποτελεί μια αλλαγή αντίληψης για τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η εργασία και χτίζεται η εμπιστοσύνη στον χώρο εργασίας.
Οι επιχειρήσεις που θα προετοιμαστούν έγκαιρα μπορούν να αξιοποιήσουν τη μισθολογική διαφάνεια ως εργαλείο δικαιοσύνης, αξιοκρατίας και καλύτερης διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού τους.
Το νέο μήνυμα είναι απλό: οι μισθοί δεν χρειάζεται να είναι ίδιοι για όλους. Οι διαφορές τους, όμως, θα πρέπει πλέον να μπορούν να εξηγηθούν με αντικειμενικά και ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια.



