Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης θεσπίστηκε με σκοπό να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης θα διατηρούν βιώσιμη δημοσιονομική θέση, επιτρέποντας στη νομισματική πολιτική να επικεντρώνεται στη σταθερότητα των τιμών χωρίς πολιτικές παρεμβολές.
Ωστόσο, η αυστηροποίησή του, όπως αυτή καταγράφηκε από την πρόσφατη αναθεώρηση με την υιοθέτηση του κριτηρίου πρωτογενών δαπανών, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου ο περιορισμένος βαθμός ευελιξίας (όπως π.χ. η εθνική χρηματοδότηση των δημοσίων επενδύσεων), ενδεχομένως να μεταφρασθεί σε αύξηση της πίεσης προς τις κεντρικές τράπεζες και την ακολουθούμενη νομισματική πολιτική.
Το συμπέρασμα είναι όταν οι κυβερνήσεις περιορίζονται ως προς τη δυνατότητα ενίσχυσης της ανάπτυξης, τείνουν να μετακυλίουν τη σταθεροποιητική λειτουργία στη νομισματική πολιτική. Παραδείγματα πολιτικής επιρροής στη νομισματική πολιτική καταγράφονται διεθνώς. Στις ΗΠΑ, η δημόσια κριτική του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Fed και τον επικεφαλής της, αναδεικνύει αυτή την τάση εναγκαλισμού της πολιτικής και οικονομικής σφαίρας.
Στην Ευρώπη, ευτυχώς σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, καθώς με την εξαίρεση μεμονωμένων περιπτώσεων σε ελάχιστες χώρες (π.χ. πρόσφατη διένεξη Πρωθυπουργού κας Μελόνι με την ΕΚΤ για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αποθεμάτων χρυσού στην Κεντρική Τράπεζα της Ιταλίας) δεν υφίσταται πίεση που να αμφισβητεί τον ρόλο και τα όρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Συνεπώς, οι όποιες μεμονωμένες φωνές σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν ένδειξη μεταβολής ισορροπιών ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την νομισματική ανεξαρτησία και αυτό γιατί οι υπάρχουσες θεσμικές διασφαλίσεις και εξισορροπήσεις εγγυώνται το υφιστάμενο status quo. Ταυτόχρονα όμως, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι Κυβερνήσεις της ΕΕ άγουν ένα ανηφορικό δρόμο όπου οι ανάγκες δημοσίας χρηματοδότησης αυξάνονται και αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, γεγονός που αναδεικνύει την δυσκολία εξισορρόπησης των δημοσίων οικονομικών στο σύνολο της Ευρωζώνης.
Αυτό ενέχει τον ρίσκο, κανόνες που θεωρούνταν έως πρόσφατα αδιαπραγμάτευτοι (όπως π.χ. η απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης -monetary financing-), δηλαδή, της έμμεσης χρηματοδότησης κρατικών ελλειμμάτων) να αρχίσουν μελλοντικά να επαναξιολογούνται. Μια τέτοια αλλαγή, ιστορικά την έχουμε ξανασυναντήσει στην Ευρωζώνη και στην Ελλάδα κατά την περίοδο προ εισόδου στην ζώνη του ευρώ και κατά γενική ομολογία έχει συνδεθεί με σημαντικούς μακροοικονομικούς κινδύνους.
Η μειωμένη αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών έναντι των αγορών και η συστηματική χρήση χαλαρών νομισματικών μέτρων για την αντιστάθμιση δημοσιονομικών περιορισμών μπορεί να οδηγήσει σε διαρθρωτικά υψηλότερο πληθωρισμό. Επακόλουθα, η διάβρωση της δέσμευσης για σταθερότητα τιμών ενισχύει τις πληθωριστικές προσδοκίες και δυσχεραίνει τη σταθεροποίηση, υπονομεύοντας σταδιακά και τον θεσμικό ρόλο του ίδιου του ευρώ ως σταθερού νομίσματος.
Συνεπώς, ένα υπερβολικά δεσμευτικό δημοσιονομικό πλαίσιο αν και ενισχύει την σταθερότητα της Ευρωζώνης ενέχει κινδύνους που πρέπει να αναγνωριστούν έγκαιρα όπου και όποτε προκύψουν. Ένας τέτοιος κίνδυνος, μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον σε πιέσεις για υπαναχώρηση έναντι της θεσμικής ισορροπίας μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής λειτουργίας, υπονομεύοντας -τελικά- τον ίδιο τον ρόλο του ευρώ στο διεθνές νομισματικό σύστημα.
Προφανώς, σήμερα δεν είμαστε σε ένα τέτοιο σημείο. Όμως, ένα τέτοιο ρίσκο δεν θα πρέπει να υποτιμάται δεδομένης της τρέχουσας αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, όπως η τρέχουσα και η οποία μπορεί να αποδειχθεί επιβαρυντική προς ένα τέτοιο σενάριο.