Η Ευρώπη πρέπει να κατασκευάσει περισσότερα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης προκειμένου να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό της μοντέλο καθώς και τις αμυντικές και ενεργειακές ανάγκες, διατηρώντας ωστόσο παράλληλα την οικονομική της κυριαρχία και τις αξίες της, τονίζει ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, σε άρθρο του στους Financial Times.
Ο Ντράγκι επισημαίνει ότι το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ της ευρωζώνης και των ΗΠΑ διευρύνθηκε από 9 δολάρια ανά ώρα το 2018 σε 21 δολάρια το 2025. Σύμφωνα με τα σενάρια της ΕΚΤ, η γρήγορη υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσε να προσθέσει 0,3 έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στη συνολική αύξηση της παραγωγικότητας των συντελεστών, η οποία είναι περίπου μηδενική από το 2022.
Ωστόσο, η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η Ευρώπη είναι πως προκειμένου να αξιοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της, πρέπει να έχει τον έλεγχο της αποθήκευσης και της επεξεργασίας τους. «Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται κέντρα δεδομένων Τεχνητής Νοημοσύνης μεγάλης κλίμακας» αναφέρει ο Ντράγκι.
«Η ΕΕ φιλοξενεί λιγότερο από το 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής Τεχνητής Νοημοσύνης έναντι 75% για τις ΗΠΑ», επισημαίνει χαρακτηριστικά, τονίζοντας την εξάρτηση της Ευρώπης. «Γιατί λοιπόν η Ευρώπη δεν κατασκευάζει περισσότερα data centers; Μέρος της απάντησης βρίσκεται στους περιορισμούς της προσφοράς. Ένα κέντρο δεδομένων χρειάζεται 24 μήνες για να κατασκευαστεί στις ΗΠΑ, αλλά 42 μήνες στη Γερμανία, λόγω μεγαλύτερων καθυστερήσεων για άδειες και συνδέσεις με το δίκτυο», τονίζει ο Ντράγκι.
Το χάσμα μεταξύ ζήτησης και εγκατεστημένης προσφοράς στην Ευρώπη ανέρχεται σε περίπου 3GW, περίπου το ένα τέταρτο της τρέχουσας χωρητικότητας, και αναμένεται να διευρυνθεί στα 14GW έως το 2030.
Ο Ντράγκι προειδοποιεί ότι, όταν η AI ενσωματωθεί πλήρως στην οικονομία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην ενέργεια και στην άμυνα, μια ενδεχόμενη διακοπή πρόσβασης σε προηγμένα μοντέλα δεν θα αποτελεί μια συνηθισμένη εμπορική διαμάχη. Θα μπορούσε, όπως γράφει, να έχει συνέπειες αντίστοιχες με τον αποκλεισμό μιας οικονομίας από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Δεδομένα
Η Ευρώπη ελέγχει μικρό μέρος της αλυσίδας της Τεχνητής Νοημοσύνης, και δεν έχει περιθώρια για να κυριαρχήσει τεχνολογικά, καθώς οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα οικονομικά των ΗΠΑ και Κίνας, ενώ υστερεί και στην παραγωγή ημιαγωγών. Ο τομέας των δεδομένων ωστόσο, θεωρεί ο Ντράγκι, ότι είναι αυτός που μπορεί να εκμεταλλευτεί η Ευρώπη, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν τεράστιες βάσεις δημόσιων δεδομένων. Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επικαλείται ο Ντράγκι τοποθετούν την ευρωπαϊκή οικονομία δεδομένων πάνω από τα 800 δισ. ευρώ έως το 2030, ποσό που θα αντιστοιχεί σε περισσότερο από 5% του ΑΕΠ.
Όπως αναφέρει ο Ντράγκι, το μεγαλύτερο εμπόδιο, δεν είναι μόνο η προσφορά αλλά και ο κατακερματισμός της ζήτησης. Στις ΗΠΑ, οι τεχνολογικοί κολοσσοί μπορούν να δεσμευθούν σε τεράστια πολυετή συμβόλαια υπολογιστικής ισχύος, πάνω στα οποία χρηματοδοτούνται νέα data centers.
Στην Ευρώπη, αντίθετα, η ζήτηση μοιράζεται μεταξύ εκατομμυρίων επιχειρήσεων, ενώ ακόμη και οι μεγαλύτεροι όμιλοι αγοράζουν συχνά υπολογιστική ισχύ με συμβόλαια μόλις ενός έτους.
Η λύση που προτείνει ο Ντράγκι είναι η δημιουργία μεγάλων κοινοπραξιών, οι οποίες θα συγκεντρώνουν τις επιμέρους ανάγκες τους σε πολυετή συμβόλαια αρκετά μεγάλα ώστε να χρηματοδοτούν νέα κέντρα δεδομένων.
Ως παράδειγμα, ανέφερε μια ομάδα ευρωπαϊκών εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων των ASML, Capgemini και Amadeus, οι οποίες έχουν δεσμευτεί για πολυετείς αγορές των Ευρωπαϊκών Υπολογιστικών Μονάδων της Mistral που προορίζονται για την υποστήριξη χωρητικότητας 1GW έως το 2030.



