Σε έναν ακόμη μήνα εξαιρετικά υψηλών θερμοκρασιών εξελίχθηκε ο Ιούλιος του 2026, με τα νεότερα στοιχεία του Copernicus να αποτυπώνουν μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων: την ώρα που η δυτική πλευρά της ηπείρου βίωνε επίμονους καύσωνες και συνθήκες ξηρασίας, η ανατολική Ευρώπη κατέγραφε ηπιότερες θερμοκρασιακές αποκλίσεις. Στην Ελλάδα, ο Ιούλιος δεν βρέθηκε στην κορυφή των θερμότερων των τελευταίων ετών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έλειψαν οι υψηλές θερμοκρασίες και, κυρίως, οι συνθήκες που μπορούν να αυξήσουν την επικινδυνότητα των πυρκαγιών.
Σύμφωνα με το Copernicus, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία τον Ιούλιο διαμορφώθηκε στους 16,90 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή 0,67 βαθμούς πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 1991 - 2020 και 1,47 βαθμούς υψηλότερα από τα προβιομηχανικά επίπεδα του 1850 - 1900. Ο φετινός Ιούλιος ήταν μόλις 0,01 βαθμό ψυχρότερος από εκείνον του 2024 και, λόγω αυτής της οριακής διαφοράς, το Copernicus κατατάσσει τον Ιούλιο του 2026 και τον Ιούλιο του 2024 από κοινού στη δεύτερη θέση μεταξύ των θερμότερων μηνών που έχουν καταγραφεί, με το ρεκόρ να παραμένει στον Ιούλιο του 2023.
Η εικόνα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι ο Ιούλιος είναι συνήθως ο θερμότερος ημερολογιακός μήνας του έτους. Έτσι, ο Ιούλιος του 2026 κατατάσσεται ταυτόχρονα ως ο δεύτερος θερμότερος μήνας που έχει καταγραφεί ποτέ παγκοσμίως, από κοινού με τον Ιούλιο του 2024. Στο δωδεκάμηνο Αυγούστου 2025 - Ιουλίου 2026, η παγκόσμια θερμοκρασία παρέμεινε κατά 1,45 βαθμούς πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα του Ιουλίου ήταν περισσότερο σύνθετη. Η μέση θερμοκρασία πάνω από τις χερσαίες εκτάσεις της Ευρώπης έφθασε τους 20,49 βαθμούς Κελσίου, 0,66 βαθμούς πάνω από τον μέσο όρο 1991 - 2020. Ο μήνας ήταν ο 11ος θερμότερος Ιούλιος στο αρχείο ERA5, επίδοση που εκ πρώτης όψεως δεν μοιάζει ακραία.
Πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο, κρύβεται μια έντονη γεωγραφική διαφοροποίηση. Στη δυτική Ευρώπη οι θερμοκρασίες κινήθηκαν πολύ πάνω από τα κανονικά επίπεδα, ενώ σε μεγάλο μέρος της ανατολικής Ευρώπης και της Σκανδιναβίας ήταν χαμηλότερες από τον μέσο όρο. Σε Γαλλία, Γερμανία, βορειοανατολική Ισπανία, Αγγλία, Ελβετία και δυτική Ιταλία οι αποκλίσεις έφθασαν γενικά τους 3 έως 5 βαθμούς Κελσίου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα όταν Ιούνιος και Ιούλιος εξετάζονται μαζί. Η δυτική Ευρώπη κατέγραψε το θερμότερο δίμηνο Ιουνίου - Ιουλίου από την έναρξη των δεδομένων ERA5, με μέση θερμοκρασία 21,62 βαθμούς, κατά 2,79 βαθμούς υψηλότερη από τον μέσο όρο 1991 - 2020. Το προηγούμενο ρεκόρ του 2022 ξεπεράστηκε κατά σχεδόν 0,9 βαθμούς.
Σύμφωνα με το Copernicus, πίσω από την επιμονή της ζέστης βρίσκονταν επίμονα συστήματα υψηλών πιέσεων, το λεγόμενο atmospheric blocking, τα οποία παγίδευσαν τη θερμότητα και ευνόησαν ξηρό και ηλιόλουστο καιρό. Παράλληλα, θερμές αέριες μάζες μετακινήθηκαν προς βορρά από τη Βόρεια Αφρική.
Ζέστη και ξηρασία τροφοδοτούν τις πυρκαγιές
Το κρίσιμο στοιχείο των νέων δεδομένων δεν περιορίζεται στα θερμοκρασιακά ρεκόρ. Η παρατεταμένη ζέστη συνέπεσε με εξαιρετικά ξηρές συνθήκες σε μεγάλα τμήματα της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, όπου η ξηρασία που είχε εμφανιστεί ήδη από τον Μάιο και τον Ιούνιο συνεχίστηκε και εντάθηκε τον Ιούλιο.
Ιδιαίτερα σοβαρή ήταν η κατάσταση σε τμήματα της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Ουγγαρίας, με πολλές περιοχές να καταγράφουν ιστορικά χαμηλά επίπεδα επιφανειακής υγρασίας του εδάφους για τον μήνα. Ταυτόχρονα, οι παροχές ποταμών βρέθηκαν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, επηρεάζοντας μεταξύ άλλων τον Σηκουάνα, τον Ρήνο και τον Δούναβη.
Αυτή ακριβώς η αλληλεπίδραση θερμοκρασίας και ξηρασίας βρίσκεται στο επίκεντρο της προειδοποίησης των επιστημόνων. Οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν την απώλεια νερού από το έδαφος και τη βλάστηση. Όσο μειώνεται η υγρασία, περιορίζεται και η φυσική ψύξη μέσω της εξάτμισης, επιτρέποντας στη θερμοκρασία να ανεβαίνει ακόμη περισσότερο. Την ίδια στιγμή, η βλάστηση στεγνώνει και αυξάνεται η διαθέσιμη καύσιμη ύλη.
Ο LaurenceRouil, διευθυντής του Copernicus Atmosphere Monitoring Service, επισημαίνει ότι η κλιματική αλλαγή δημιουργεί ολοένα συχνότερα τις θερμές και ξηρές συνθήκες που ευνοούν μεγάλες πυρκαγιές υψηλής έντασης στη νότια Ευρώπη, ενώ παράλληλα διευρύνει χρονικά και γεωγραφικά την περίοδο των πυρκαγιών προς τον ευρωπαϊκό Βορρά.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Η Ελλάδα δεν ακολούθησε ακριβώς την ακραία θερμοκρασιακή εικόνα της δυτικής Ευρώπης τον Ιούλιο. Τα στοιχεία του δικτύου των 53 μετεωρολογικών σταθμών του meteo.gr του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών δείχνουν ότι ο μήνας χαρακτηρίστηκε από ελαφρώς υψηλότερες από τις κανονικές μέσες μέγιστες ημερήσιες θερμοκρασίες στο σύνολο των γεωγραφικών διαμερισμάτων της χώρας, σε σύγκριση με την περίοδο 2010 -2019.
Οι αποκλίσεις, ωστόσο, δεν οδήγησαν σε ιστορικό ρεκόρ. Στην Κρήτη ο Ιούλιος του 2026 ήταν ο 6ος θερμότερος της περιόδου 2010 - 2026, ενώ στη Βόρεια Ελλάδα, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο ήταν ο 7ος θερμότερος. Στη Δυτική Ελλάδα και το Ιόνιο, καθώς και στα νησιά του Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα, κατατάχθηκε στην 8η θέση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Αθήνα. Η μέση μηνιαία απόκλιση της μέγιστης θερμοκρασίας ήταν -0,3 βαθμοί Κελσίου, παρότι οι 16 από τις 31 ημέρες του Ιουλίου κινήθηκαν πάνω από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα. Αντίστοιχα, στη Θεσσαλονίκη 16 ημέρες ήταν θερμότερες από τη μέση τιμή της περιόδου 2010-2019, ενώ η συνολική μηνιαία απόκλιση της μέγιστης θερμοκρασίας διαμορφώθηκε στους -0,2 βαθμούς.
Η ελληνική εικόνα έχει επομένως μια σημαντική ιδιαιτερότητα: ο Ιούλιος δεν χρειάζεται να καταρρίψει ένα εθνικό θερμοκρασιακό ρεκόρ για να διαμορφωθούν επικίνδυνες συνθήκες πυρκαγιάς. Η θερμοκρασία αποτελεί έναν μόνο από τους παράγοντες του κινδύνου, μαζί με την κατάσταση και την ξηρότητα της καύσιμης ύλης, την υγρασία και, κυρίως κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου, την ένταση και τη διεύθυνση των ανέμων.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία και υπό το φως των μεγάλων πυρκαγιών που εκδηλώθηκαν στην Ελλάδα μέσα στο καλοκαίρι. Οι πρόσφατες φωτιές σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, από την Κρήτη και την Αττική έως τη Χαλκιδική και τη Σαλαμίνα, ανέδειξαν ξανά πόσο γρήγορα μπορεί να επιδεινωθεί η κατάσταση όταν η διαθέσιμη καύσιμη ύλη συναντήσει δυσμενείς μετεωρολογικές συνθήκες.



