Ο Kέβιν Γουόρς ζήτησε από τις αγορές να μιλήσουν. Και εκείνες απάντησαν. Οι αναλυτές εκτίμησαν ότι οι επενδυτές άκουσαν έναν πρόεδρο της Fed που δημιούργησε αμφιβολίες σχετικά με την προθυμία του να προχωρήσει στις αυξήσεις επιτοκίων τις οποίες οι ίδιοι θεωρούν ενδεχομένως αναγκαίες για τον περιορισμό του πληθωρισμού.
Πράγματι, οι αγορές απέρριψαν γρήγορα την προσέγγιση του Γουόρς, η οποία περιλάμβανε αυστηρή ρητορική για τον πληθωρισμό, χωρίς όμως να φτάνει στο σημείο να υιοθετεί την προοπτική υψηλότερων επιτοκίων για την καταπολέμηση των πληθωριστικών πιέσεων. Η αντίδραση, κυρίως από την αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων ύψους 28 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ήταν ξεκάθαρη. Οι αγορές περίμεναν περισσότερα από έναν κεντρικό τραπεζίτη που έχει θέσει την τιθάσευση του πληθωρισμού ως κορυφαία προτεραιότητα της θητείας του.
Δυνατός μόνο στην ρητορική
Το κόστος του μακροπρόθεσμου κρατικού δανεισμού αυξήθηκε απότομα ενώ ακόμη μιλούσε ο Γουόρς, με την απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου να καταγράφει τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Διαμορφώθηκε περίπου στο 5,22%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Αυξήθηκε επίσης και η απόδοση του 10ετούς, που αποτελεί σημείο αναφοράς για το κόστος δανεισμού παγκοσμίως, καθώς ενισχύθηκαν και οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Οι χρηματιστηριακές αγορές υποχώρησαν επίσης, παρότι οι επενδυτές μετέθεσαν χρονικά τις προσδοκίες τους για πιθανές αυξήσεις επιτοκίων αργότερα μέσα στη χρονιά.
«Οι αγορές αρχικά εξέλαβαν τη σκληρή ρητορική για τη σταθερότητα των τιμών ως ένδειξη ότι ήταν πρόθυμος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και στη συνέχεια αιφνιδιάστηκαν επειδή δεν υπήρξε συνέχεια», δήλωσε στους NYT η Λάελ Μπρέιναρντ, η οποία διετέλεσε αντιπρόεδρος της Fed έως ότου αποχώρησε το 2023 για να αναλάβει επικεφαλής οικονομική σύμβουλος στην κυβέρνηση Μπάιντεν.
Ο Mαρκ Καμπάνα, στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων στην Bank of America, ανέφερε ότι «ως κεντρικός τραπεζίτης, αυτό είναι ακριβώς που δεν θέλεις, δεν θέλεις η αγορά να αμφισβητεί την αξιοπιστία σου ως προς την αντιμετώπιση του πληθωρισμού».
Η πιθανότητα κάποιας απογοήτευσης ήταν αυξημένη πριν από τη συνεδρίαση του Ιουλίου, κυρίως επειδή μια σημαντική ομάδα επενδυτών υποστήριζε ότι ο Γουόρς θα έπρεπε να προχωρήσει σε μια αιφνιδιαστική αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης. Πριν από την ανακοίνωση της Τετάρτης, οι πιθανότητες ενός τέτοιου μέτρου υπολογίζονταν περίπου στο 30%. Τρεις πρόεδροι περιφερειακών τραπεζών της Fed θεώρησαν επίσης ότι αυτή ήταν η βέλτιστη επιλογή και διαφώνησαν με την απόφαση να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια.
Εξαιρετικά αβέβαιο το μέλλον
Το σκεπτικό υπέρ μιας αύξησης επιτοκίων ήταν ότι μια επιθετική κίνηση νωρίς στη θητεία του Γουόρς θα ενίσχυε τη φήμη του ως αποφασιστικού μαχητή κατά του πληθωρισμού.
Ο Γουόρς προσπάθησε να διατηρήσει αυτή την εικόνα. Στην εναρκτήρια δήλωσή του ανέφερε ότι «όπου είναι αναγκαίο και ενδεδειγμένο, δεν θα διστάσουμε να δράσουμε» για να περιορίσουμε τον πληθωρισμό. Κατέστησε σαφές ότι η Fed, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν θα αποδεχθεί πληθωρισμό πάνω από το 2%, όπως μετράται από τον δείκτη τιμών προσωπικών καταναλωτικών δαπανών. Τόνισε επίσης επανειλημμένα ότι δεν υπάρχει «τίποτα μηχανικό ή προκαθορισμένο» στις συζητήσεις ή στη στρατηγική της Fed, παρότι διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια. Επιπλέον, απέρριψε τον χαρακτηρισμό ότι η συνεδρίαση του Ιουλίου συνιστούσε «παύση».
Ωστόσο, αυτά τα «στοιχεία αυστηρής στάσης», όπως τα χαρακτήρισε μιλώντας στους NYT η Τίφανι Γουίλντινγκ, οικονομολόγος της PIMCO, επισκιάστηκαν από την απροθυμία του Γουόρς να εξηγήσει υπό ποιες προϋποθέσεις θα εξέταζε μια αύξηση επιτοκίων. Στην πραγματικότητα, αναγνώρισε μόνο επιγραμματικά ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού αποτελεί εργαλείο της Fed για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Επίσης, δεν έδωσε καμία ένδειξη για το πώς εκτιμά ότι θα εξελιχθούν τα οικονομικά στοιχεία τους επόμενους μήνες, ούτε αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην επόμενη συνεδρίαση της Fed τον Σεπτέμβριο ως πιθανή ευκαιρία για δράση. Συνοψίζοντας, χαρακτήρισε την τρέχουσα περίοδο ως «μια περίοδο προσεκτικής σκέψης και όχι απλώς προσεκτικής αναμονής».
«Καμία προαναγγελία πολιτικής. Καμία καθοδήγηση ως προς το πλαίσιο. Τίποτα», δήλωσε η Γουίλντινγκ. Αυτό, σε συνδυασμό με τις επανειλημμένες αναφορές του Γουόρς ότι η Fed θα εξετάζει ένα ευρύ φάσμα δεικτών πληθωρισμού, της δημιούργησε την εντύπωση ότι ο χρόνος οποιασδήποτε αύξησης επιτοκίων παραμένει εξαιρετικά αβέβαιος.
Η στρατηγική επιλογή Γουόρς
Αυτό που έλειπε ήταν το σημείο που είχε τονιστεί στα πρακτικά της πρώτης συνεδρίασης του Γουόρς τον Ιούνιο, σύμφωνα με το οποίο, εάν ο πληθωρισμός παρέμενε επίμονα υψηλός, οι περισσότεροι αξιωματούχοι θεωρούσαν ότι δικαιολογείται «κάποια περαιτέρω σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής». Αρκετοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ενίσχυσαν στη συνέχεια αυτό το μήνυμα, υπογραμμίζοντας ότι έπρεπε σύντομα να διαπιστωθεί επιβράδυνση του πληθωρισμού.
Η παράλειψη αυτή πιθανότατα ήταν στρατηγική επιλογή του Γουόρς, ο οποίος έχει απορρίψει τη μακροχρόνια πρακτική της Fed να δίνει σήματα στις αγορές για το τι σκοπεύει να κάνει και πώς ενδέχεται να αντιδράσει στα νέα οικονομικά δεδομένα. Κατά την άποψή του, η Fed ωφελείται περισσότερο από ένα «άμεσο και ανεπεξέργαστο» μήνυμα που λαμβάνει από τις αγορές σχετικά με το τι πρέπει να πράξει, αντί να επηρεάζονται οι ίδιες οι αγορές από τα σήματα των αξιωματούχων.
Ο Γουόρς αναφέρθηκε επανειλημμένα στην πρόσφατη αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών, οι οποίες αντανακλούν τη διαθεσιμότητα πιστώσεων στην οικονομία, λέγοντας ότι αυτή έχει προσφέρει στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής κάποια βεβαιότητα ότι διαθέτουμε την ικανότητα και τα μέσα να πετύχουμε τον στόχο μας.
Ο Kαρτ Λιούς, πρώην ανώτερος σύμβουλος του Τζερόμ Πάουελ, πρώην προέδρου της Fed, παρομοίασε τη στρατηγική του Γουόρς με το «να προσπαθεί να μεταφέρει το ίδιο μήνυμα που περιλαμβανόταν στα πρακτικά, αλλά με τα δύο του χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη εξαιτίας αυτής της ρητορικής επιλογής».
Η ικανότητα του Γουόρς να αποφύγει μια νέα δοκιμασία αξιοπιστίας από τις αγορές θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο τα οικονομικά στοιχεία θα εξελιχθούν ευνοϊκά και θα καταστήσουν περιττή μια αύξηση επιτοκίων, δήλωσε επίσης στους NYT η Αβίσα Τάκαρ, επικεφαλής Μακροοικονομικής και Έρευνας Σταθερού Εισοδήματος στη Schonfeld.
«Η άποψη που επικρατεί στην αγορά είναι ότι, μέχρι τον Σεπτέμβριο, αν δεν προχωρήσουν σε αύξηση και ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο επίμονος, τότε θα έχει αποτύχει σε αυτή τη δοκιμασία», ανέφερε.
Για την Μπρέιναρντ, οι κίνδυνοι κινούνται ουσιαστικά προς μία μόνο κατεύθυνση, γεγονός που σημαίνει ότι ο Γουόρς θα εξακολουθήσει να βρίσκεται υπό αυστηρή αξιολόγηση τους επόμενους μήνες.



