Μεγάλες αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων, αλλά και στο τοπίο του λιανεμπορίου τροφίμων στην Ελλάδα καταγράφονται τα τελευταία χρόνια, υπό το βάρος της ακρίβειας και της οικονομικής ανασφάλειας που βιώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά.
Σε μία περίοδο αυξημένων πιέσεων, οι καταναλωτικές συνήθειες αλλάζουν άρδην. Οι καταναλωτές περιορίζουν τη δαπάνη για τρόφιμα, ενώ αναζητούν προσφορές και οικονομικότερες επιλογές προκειμένου να μειώσουν τα κόστη. Είναι ενδεικτικό ότι πάνω από έξι στους δέκα Έλληνες δηλώνουν ότι σχεδιάζουν να μειώσουν τις δαπάνες τους στα τρόφιμα, αναζητώντας προσφορές και πιο οικονομικά προϊόντα, ενώ την ίδια ώρα το 37% των καταναλωτών δηλώνει πρόθεση να αυξήσει τις αγορές του σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Την ίδια στιγμή, το χάσμα σε όρους καταναλωτικών συνηθειών μεταξύ χαμηλότερων και υψηλότερων εισοδημάτων στη χώρα μας είναι μεγάλο. Στην Ελλάδα, τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος δίνουν σε ποσοστό 70% σαφώς μεγαλύτερη έμφαση στην τιμή, ενώ οι καταναλωτές υψηλότερου εισοδήματος στρέφονται περισσότερο προς επιλογές ποιότητας και υγιεινής διατροφής και δη σε ποσοστό 46%. Το χάσμα αυτό είναι μάλιστα εντονότερο στην Ελλάδα έναντι της ΕΕ, καθώς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι καταναλωτές εμφανίζουν παρόμοια στάση απέναντι στην τιμή ανεξαρτήτως εισοδήματος σε ποσοστό ~48%.
Τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν από νέα ανάλυση της McKinsey & Company για την Ελλάδα, η οποία αποτυπώνει τις βασικές τάσεις που διαμορφώνουν την ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ, τις επικρατέστερες καταναλωτικές συμπεριφορές αλλά και τις νέες προοπτικές ανάπτυξης για τον κλάδο.
Πιο πολλές ανακατατάξεις την τελευταία 5ετία από όσες τα προηγούμενα 25 χρόνια
Η ανάλυση αξιοποιεί βασικά ευρήματα της πανευρωπαϊκής ετήσιας μελέτης που εκπονεί η McKinsey & Company, «The State of Grocery Retail in Europe», καθώς και πρωτογενή δεδομένα από την εγχώρια αγορά.
Σύμφωνα με αυτήν, τα τελευταία 5 χρόνια ο κλάδος βίωσε περισσότερες ανακατατάξεις από όσες τα 25 προηγούμενα χρόνια μαζί.
Οι εννέα τάσεις
Η μελέτη αναδεικνύει εννέα βασικές τάσεις, με την ελληνική αγορά να εμφανίζει αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε αρκετές από αυτές:
Πιεσμένα περιθώρια κέρδους: Παρά τη σχετική σταθερότητα των τελευταίων ετών, τα περιθώρια EBITDA των επιχειρήσεων λιανικής τροφίμων στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (~5% έναντι ~6%). Η πίεση στα περιθώρια κέρδους αναδεικνύεται πλέον σε μία από τις βασικές ανησυχίες των επικεφαλής του κλάδου.
Αξιοποίηση Τεχνητής Νοημοσύνης: Η αξιοποίηση AI και advanced analytics αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τις επιχειρήσεις του κλάδου, από την προσωποποιημένη επικοινωνία έως τη διαχείριση αποθεμάτων και τη βελτιστοποίηση λειτουργιών. Στην Ελλάδα, αν και οι εφαρμογές παραμένουν περιορισμένες, πρώιμα παραδείγματα δείχνουν αύξηση έως και 20% στις προσθήκες προϊόντων στο καλάθι (add-to-cart).
Συγκέντρωση της αγοράς: Η ελληνική αγορά παραμένει αρκετά κατακερματισμένη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό κανόνα. Τα μικρά και ανεξάρτητα σημεία πώλησης εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικό μερίδιο της αγοράς, ~30%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην ΕΕ ανέρχεται στο ~18%. Η εικόνα αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις για νέες μορφές συνεργασιών με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επίτευξη οικονομιών κλίμακας.
Έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στις αλυσίδες: Καταγράφεται η δομική υποχώρηση του δείκτη «πιστότητας» προς τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, με το 65% των καταναλωτών στην Ευρώπη να πραγματοποιεί αγορές από δύο και περισσότερες αλυσίδες κάθε εβδομάδα, εντείνοντας τον ανταγωνισμό. Στην Ελλάδα μόλις το 15% των καταναλωτών ψωνίζει αποκλειστικά από μια αλυσίδα, με το 73% να επισκέπτεται από δύο έως τρεις διαφορετικές αλυσίδες.
Μείωση δαπάνης για τα τρόφιμα: Το 63% των Ελλήνων καταναλωτών δηλώνει ότι σχεδιάζει να μειώσει τις δαπάνες του στα τρόφιμα, έναντι 50% στην ΕΕ, με κύριες στρατηγικές την στροφή σε πιο οικονομικά προϊόντα και την ενεργή αναζήτηση προσφορών, με τη διείσδυση των εκπτωτικών αλυσίδων να αναμένεται να αυξηθεί ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια.
Υψηλή διαφοροποίηση της αγοραστικής συμπεριφοράς βάσει εισοδήματος: Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι καταναλωτές εμφανίζουν παρόμοια στάση απέναντι στην τιμή ανεξαρτήτως εισοδήματος σε ποσοστό ~48%. Στην Ελλάδα αποτυπώνεται ένα μεγαλύτερο χάσμα με τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος να δίνουν σαφώς μεγαλύτερη έμφαση στην τιμή (70%), ενώ οι καταναλωτές υψηλότερου εισοδήματος στρέφονται περισσότερο προς επιλογές ποιότητας και υγιεινής διατροφής (σε ποσοστό 46% στην Ελλάδα έναντι 35% στην Ευρώπη).
Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποκτούν δυναμική: Παρά τη χαμηλότερη διείσδυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (private label) στην Ελλάδα (~24% έναντι ~40% στην Ευρώπη), οι καταναλωτές τα αξιολογούν πλέον ως ισάξια των επώνυμων προϊόντων σε ποιότητα και αξία. Το 37% δηλώνει πρόθεση να αυξήσει τις αγορές private label, ενώ το 91% θεωρεί ότι προσφέρουν αντίστοιχη ή και καλύτερη σχέση αξίας-τιμής.
Η υγιεινή διατροφή αποκτά μεγαλύτερη σημασία: Οι Έλληνες καταναλωτές στρέφονται περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο προς επιλογές υγιεινής διατροφής (36% έναντι 31%), με την τάση να είναι εντονότερη στις νεότερες ηλικίες και ιδιαίτερα στη Gen Z. Η ζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε φρέσκα προϊόντα και επιλογές υψηλής πρωτεΐνης ή χαμηλών θερμίδων, ενώ τα βιολογικά και φυτικά προϊόντα παραμένουν niche κατηγορίες.
Το online κανάλι παραμένει περιορισμένο: Παρά την ταχεία ανάπτυξη των online πωλήσεων τροφίμων τα τελευταία χρόνια, η διείσδυση του online grocery στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή, περίπου στο 3%, σημαντικά κάτω από άλλες ευρωπαϊκές αγορές (~6% Γαλλία, ~10% ΗΒ). Η ανάπτυξη του online καναλιού καθοδηγείται κυρίως από Gen Z και Millennials, οι οποίοι επηρεάζουν συνολικά τις νέες καταναλωτικές τάσεις γύρω από την ευκολία, την υγεία και την ποιότητα.
«Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας στην Ελλάδα βρίσκονται σε ένα σημείο καμπής. Παρότι η διείσδυσή τους παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από την Ευρώπη, οι καταναλωτές τα αξιολογούν πλέον ως ισάξια των επώνυμων προϊόντων σε ποιότητα και αξία. Αυτό δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία για τις αλυσίδες να αναπτύξουν ισχυρά και διαφοροποιημένα private brands που θα ανταποκρίνονται σε εξειδικευμένες ανάγκες των καταναλωτών, ενισχύοντας παράλληλα την ανάπτυξη και την κερδοφορία τους» αναφέρει ο Παύλος Έξαρχος, Senior Partner της McKinsey & Company, Ηνωμένου Βασιλείου και Leader του Consumer Packaged Goods Practice της McKinsey στην Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική.
Τα επόμενα βήματα για τον μετασχηματισμό του κλάδου
Σύμφωνα με τη McKinsey & Company, οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να επιταχύνουν τον μετασχηματισμό του κλάδου τα επόμενα χρόνια, με τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα να καλούνται να αξιοποιήσουν ευκαιρίες σε διαφορετικά πεδία δραστηριότητας.
Προς αυτή την κατεύθυνση η McKinsey προτείνει στρατηγικές πρωτοβουλίες για τους επικεφαλής επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου τροφίμων στην Ελλάδα, οργανωμένες σε τρεις βασικούς άξονες:
Ενίσχυση της υφιστάμενης θέσης μέσω επενδύσεων σε private brands, προγράμματα επιβράβευσης καταναλωτών, ψηφιακές δυνατότητες, συνεργασίες και Μ&Α.
Αύξηση της αποδοτικότητας μέσω βελτιστοποίησης του εφοδιαστικού μοντέλου και αξιοποίησης AI.
Ανάπτυξη νέων πηγών εσόδων, όπως retail media, υπηρεσίες προς τρίτους και επέκταση σε παρακείμενους κλάδους.



