Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές οικονομίες που διαθέτουν καλύτερες προοπτικές να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες δημοσιονομικές προκλήσεις της επόμενης δεκαπενταετίας, σύμφωνα με ανάλυση της Morgan Stanley για το μέλλον της δημοσιονομικής πολιτικής στην Ευρώπη.
Ο οίκος εκτιμά ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικούς περιορισμούς λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους, ωστόσο θεωρεί ότι διαθέτει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι αρκετών ευρωπαϊκών οικονομιών. Αφενός, οι δημοσιονομικές πιέσεις από τη γήρανση του πληθυσμού εκτιμάται ότι θα είναι ηπιότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και, αφετέρου, οι ανάγκες για πρόσθετες αμυντικές δαπάνες είναι σαφώς μικρότερες, καθώς η Ελλάδα ήδη δαπανά υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ για την άμυνα.
Για οικονομίες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης αποτελεί πολύ αποτελεσματικότερο εργαλείο σε σχέση με την επιβολή αυστηρότερης δημοσιονομικής λιτότητας και τη επίτευξη μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων, τονίζουν μεταξύ άλλων οι αναλυτές της Morgan Stanley.
Στον σύνθετο δείκτη Fiscal Score που καταρτίζει ο οίκος, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στη μέση της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς τη δημοσιονομική ευελιξία, συγκεντρώνοντας βαθμολογία 44%. Βρίσκεται δηλαδή στο ίδιο επίπεδο με την Ισπανία, πίσω από την Ολλανδία, τη Γερμανία και την Αυστρία, αλλά αισθητά υψηλότερα από τη Γαλλία, την Ιταλία και το Βέλγιο, χώρες που ο οίκος θεωρεί τις πλέον δημοσιονομικά «στριμωγμένες» στην Ευρωζώνη.
Η νέα δημοσιονομική πραγματικότητα
Οι αναλυτές της Morgan Stanley σχολιάζουν, μεταξύ άλλων, ότι η Ευρώπη αφήνει οριστικά πίσω της την εποχή του φθηνού δανεισμού. Εκτιμούν ότι έως το 2040 οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με τρεις μόνιμες πηγές αυξανόμενων δαπανών: τη γήρανση του πληθυσμού και κυρίως το αυξανόμενο κόστος των συντάξεων, την ανάγκη σημαντικής αύξησης των αμυντικών δαπανών μετά τις αποφάσεις του ΝΑΤΟ και, το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους λόγω των αυξημένων επιτοκίων.
Οι τρεις αυτές παράμετροι εκτιμάται ότι θα επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς των περισσότερων χωρών της Ευρωζώνης κατά τουλάχιστον 3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2040, ενώ για την Ισπανία και την Πορτογαλία η επιβάρυνση ξεπερνά τις 5 ποσοστιαίες μονάδες.
Όπως τονίζει ο οίκος, ο επιπλέον δανεισμός δε μπορεί να αποτελέσει τη λύση, καθώς πολλές ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν ήδη υψηλό δημόσιο χρέος και δεσμεύονται από τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έτσι, αντί για μια νέα περίοδο γενικευμένης λιτότητας, η Morgan Stanley προτείνει μια διαφορετική στρατηγική.Υποστηρίζει ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να περιορίσουν κυρίως την αύξηση των λιγότερο παραγωγικών δαπανών, προστατεύοντας παράλληλα τις δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες έχουν τη μεγαλύτερη θετική επίδραση στην ανάπτυξη.
Η Morgan Stanley υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν χρειάζεται να προχωρήσουν σε γενικευμένες περικοπές δαπανών για να βελτιώσουν τα δημόσια οικονομικά τους. Αντίθετα, θεωρεί ότι θα πρέπει να προστατεύσουν τις δαπάνες που είναι δύσκολο ή αναπόφευκτο να περιοριστούν, όπως οι συντάξεις, η υγεία, η άμυνα και οι πληρωμές τόκων.
Η δημοσιονομική προσαρμογή, σύμφωνα με τον οίκο, θα μπορούσε να προέλθει κυρίως από τη συγκράτηση της αύξησης άλλων κατηγοριών δαπανών, όπως η εκπαίδευση, οι οικονομικές υποθέσεις, οι πολιτικές για το κλίμα και οι λοιπές δημόσιες υπηρεσίες. Αν οι συγκεκριμένες δαπάνες αυξάνονται μόνο όσο ο πληθωρισμός, ενώ η οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, θα καταλαμβάνουν σταδιακά μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ, δημιουργώντας έτσι πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Morgan Stanley, μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να δημιουργήσει δημοσιονομικό περιθώριο περίπου 1,2% του ΑΕΠ έως το 2030, με πολύ περιορισμένη επίπτωση στην ανάπτυξη της Ευρωζώνης, της τάξης των 10 μονάδων βάσης.



