Περιορισμένη πρόοδο έχουν σημειώσει ως προς την υιοθέτηση του ευρώ έχουν σημειώσει η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία και η Σουηδία, σύμφωνα με την έκθεση σύγκλισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Όπως επισημαίνεται, παρά το γεγονός πως οι υπό εξέταση χώρες παρουσιάζουν οικονομική ανθεκτικότητα σε εξωτερικές διαταραχές, εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με εμπόδια στην πορεία προς την υιοθέτηση του ευρώ καθώς ο ρυθμός ανάπτυξης διαφέρει από χώρα σε χώρα. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι οικονομικές προοπτικές σκιάζονται από τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις.
Η ΕΚΤ ωστόσο τονίζει ότι οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, τις διεθνείς εμπορικές εντάσεις και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή λειτουργούν ανασταλτικά στην πορεία σύγκλισης.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συντέλεσε στην ενίσχυση της μεταβλητότητας των παγκόσμιων αγορών ενέργειας και στην αύξηση του κόστους της ενέργειας, επιτείνοντας την αβεβαιότητα σχετικά με τις οικονομικές προοπτικές. Οι εξελίξεις αυτές είχαν ήδη ορατές επιδράσεις στον πληθωρισμό και το οικονομικό κλίμα και ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την αύξηση του προϊόντος στο μέλλον.
Ενώ ο βαθμός ευαισθησίας και άμεσης έκθεσης αυτών των οικονομιών σε ενεργειακές διαταραχές έχει υποχωρήσει με την πάροδο του χρόνου και είναι επί του παρόντος χαμηλότερος από ό,τι το 2022, οι μεσοπρόθεσμες οικονομικές επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη διάρκεια της τρέχουσας ενεργειακής διαταραχής, καθώς και από την έκταση των έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεών της.
Όσον αφορά το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών, τρεις από τις πέντε υπό εξέταση χώρες κατέγραψαν μέσο δωδεκάμηνο ρυθμό πληθωρισμού πάνω από την τιμή αναφοράς του 2,7%. Ο πληθωρισμός ήταν σημαντικά υψηλότερος από την τιμή αναφοράς στη Ρουμανία και υψηλότερος, αν και σε μικρότερο βαθμό, στην Ουγγαρία και την Πολωνία. Στην Τσεχία και τη Σουηδία, ο πληθωρισμός ήταν χαμηλότερος από την τιμή αναφοράς.
Η τιμή αναφοράς βασίζεται στα τρία κράτη μέλη με τις καλύτερες επιδόσεις κατά τους τελευταίους 12 μήνες, δηλαδή την Κύπρο (0,9%), τη Γαλλία (1,2%) και τη Δανία (1,6%), και υπολογίζεται με βάση τους μέσους ρυθμούς πληθωρισμού τους κατά τους τελευταίους 12 μήνες συν 1½ ποσοστιαίες μονάδες. Κανένα από τα κράτη-μέλη δεν χαρακτηρίστηκε ως ακραία περίπτωση προκειμένου να εξαιρεθεί από τον υπολογισμό της τιμής αναφοράς.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα επιδεινώθηκε στις περισσότερες χώρες στο διάστημα που μεσολάβησε από την Έκθεση για τη Σύγκλιση του 2024, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα οι λόγοι του χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκαν σημαντικά. Το 2025 η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Ρουμανία υπερέβησαν την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ για το έλλειμμα. Ο λόγος του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ το 2025 ήταν χαμηλότερος ή αρκετά χαμηλότερος από την τιμή αναφοράς του 60% σε όλες τις υπό εξέταση χώρες εκτός από την Ουγγαρία.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2026 ο λόγος του χρέους θα αυξηθεί πάνω από την τιμή αναφοράς τόσο στην Πολωνία όσο και στη Ρουμανία.
Ο αριθμός των χωρών που υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος αυξήθηκε σε τρεις στο διάστημα που μεσολάβησε από την Έκθεση για τη Σύγκλιση του 2024, καθώς μετά τη Ρουμανία προστέθηκαν σε αυτήν τη διαδικασία η Ουγγαρία και η Πολωνία – και καμία από αυτές τις χώρες δεν προβλέπεται να μειώσει το έλλειμμά της κάτω από την τιμή αναφοράς 3% του ΑΕΠ πριν από το τέλος του 2027, σύμφωνα με τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η Ρουμανία εξακολουθεί να υπόκειται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, η οποία ξεκίνησε το 2020 και για την οποία η προθεσμία διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος παρατάθηκε έως το 2030. Διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος ξεκίνησαν επίσης για την Ουγγαρία και την Πολωνία τον Ιούλιο του 2024 με βάση ελλείμματα υψηλότερα της τιμής αναφοράς του 3% του ΑΕΠ το 2023 - τα οποία ανέρχονταν σε 4,7% και 7,3% αντίστοιχα - και οι προθεσμίες για τη διόρθωσή τους είχαν οριστεί για το 2026 και το 2028 αντίστοιχα.
Όσον αφορά το κριτήριο της συναλλαγματικής ισοτιμίας, κανένα από τα νομίσματα των υπό εξέταση χωρών δεν συμμετέχει στον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ) και ορισμένα από αυτά παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις έναντι του ευρώ τα τελευταία έτη.
Όσον αφορά τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, τρεις από τις πέντε υπό εξέταση χώρες κατέγραψαν μέσο δωδεκάμηνο μακροπρόθεσμο επιτόκιο πάνω από την τιμή αναφοράς του 5,1% (Διάγραμμα 4).
Πρόκειται για την Πολωνία (5,4%), την Ουγγαρία (6,7%) και τη Ρουμανία (6,7%), των οποίων τα μακροπρόθεσμα επιτόκια διαμορφώθηκαν επίσης σε επίπεδο υψηλότερο από την τιμή αναφοράς που περιλάμβανε η Έκθεση για τη Σύγκλιση 2024. Η τιμή αναφοράς βασίζεται στον δωδεκάμηνο μέσο όρο των μακροπρόθεσμων επιτοκίων των τριών κρατών μελών με τους χαμηλότερους ρυθμούς πληθωρισμού, δηλαδή της Δανίας (2,6%), της Κύπρου (3,1%) και της Γαλλίας (3,5%). Άρα το μέσο επιτόκιο είναι 3,1% και, αφού προστεθούν 2 ποσοστιαίες μονάδες, προκύπτει τιμή αναφοράς 5,1%.
Η ποιότητα των θεσμών είναι σημαντική για τη διατηρησιμότητα της σύγκλισης. Η ενίσχυση των θεσμών και της διακυβέρνησης θα αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη, ιδίως στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Με εξαίρεση τη Σουηδία, οι δείκτες που δημοσιεύονται από διεθνείς οργανισμούς υποδηλώνουν ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για να καλυφθεί το κενό που παρουσιάζουν οι υπό εξέταση χώρες όσον αφορά την ποιότητα των θεσμών και της διακυβέρνησής τους.
Όσον αφορά τη συμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με τις Συνθήκες και το Καταστατικό του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, καμία από τις πέντε υπό εξέταση χώρες δεν ήταν πλήρως συμβατή με τις απαιτήσεις για την υιοθέτηση του ευρώ.



