Γεωπολιτικό θρίλερ παρά επιστροφή στην κανονικότητα θυμίζει περισσότερο η εικόνα στα Στενά του Ορμούζ. Την ώρα που οι ΗΠΑ και το Ιράν συνομιλούν στην Ελβετία, με τον Τζέι Ντι Βανς να συναντά τα μέλη της αντιπροσωπείας μεταξύ των οποίων είναι ο επικεφαλής διαπραγματευτής Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, ο επικεφαλής της διπλωματίας Αμπάς Αραγτσί και ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας Αμπντουλνασέρ Χεματί, αντικρουόμενα μηνύματα από τις δύο πλευρές αλλά και οι ισραηλινές επιχειρήσεις στο Νότιο Λίβανο, διατηρούν την αβεβαιότητα σε υψηλά επίπεδα.
Αυτή η σύγχυση αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη νέα πραγματικότητα. Μπορεί το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης να έχει απομακρυνθεί, ωστόσο η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να πληρώνει το κόστος ενός πολέμου που για σχεδόν τέσσερις μήνες ανέτρεψε τις ισορροπίες στις αγορές ενέργειας, επιβάρυνε τον πληθωρισμό και δοκίμασε τις αντοχές των οικονομιών.
Το θρίλερ της επαναλειτουργίας και η επιστροφή των δεξαμενόπλοιων
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημαντικότερο σημείο διέλευσης πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως. Από εκεί περνά μεγάλο μέρος των εξαγωγών ενέργειας των χωρών του Περσικού Κόλπου, γεγονός που καθιστά κάθε διαταραχή στην περιοχή παγκόσμιο πρόβλημα. Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν για το άνοιγμα του περάσματος έγινε δεκτή με ανακούφιση από τις αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν σημαντικά σε σχέση με τα επίπεδα-ρεκόρ που είχαν καταγραφεί τον Μάρτιο, όταν ο πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Τα συμβόλαια του Brent επέστρεψαν κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, από τα 118 δολάρια που είχαν αγγίξει κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Ωστόσο, η επιστροφή στην ομαλότητα μόνο δεδομένη δεν θεωρείται. Η απομάκρυνση ναρκών από τη θαλάσσια περιοχή, η επανεκκίνηση εγκαταστάσεων εξόρυξης και διυλιστηρίων που υπέστησαν ζημιές, αλλά και η συμφόρηση που έχει δημιουργηθεί από πλοία που περιμένουν να περάσουν από τα Στενά, συνιστούν σημαντικές προκλήσεις. Παράλληλα, όσο συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η ναυτιλιακή βιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί υπό καθεστώς αυξημένου κινδύνου.
Οι ασφαλιστικές χρεώσεις παραμένουν υψηλές και αρκετές εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τη διέλευση από την περιοχή. Όπως επισημαίνει στο CNBC ο Σίμον ΜακΆνταμ της Capital Economics, το άνοιγμα των Στενών είναι αναμφίβολα θετική εξέλιξη, αλλά δεν αναιρεί τις οικονομικές συνέπειες όσων έχουν ήδη συμβεί.
Ο πληθωρισμός έρχεται με καθυστέρηση
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες είναι ότι οι οικονομικές επιπτώσεις ενός ενεργειακού σοκ δεν εξαφανίζονται όταν πέφτουν οι τιμές του πετρελαίου. Οι αυξήσεις στο κόστος της ενέργειας μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία. Τα νοικοκυριά μπορεί να βλέπουν ήδη χαμηλότερες τιμές στα πρατήρια καυσίμων, όμως οι δευτερογενείς επιπτώσεις μόλις αρχίζουν να γίνονται αισθητές. Οι τιμές των τροφίμων, των μεταφορών, των βιομηχανικών προϊόντων και των υπηρεσιών συνήθως ακολουθούν με σημαντική χρονική καθυστέρηση.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι μπορεί να χρειαστούν πολλοί μήνες μέχρι να απορροφηθούν πλήρως οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των λιπασμάτων. Οι αγρότες αγοράζουν συχνά πρώτες ύλες με μακροχρόνια συμβόλαια, ενώ οι μεγάλες αλυσίδες εφοδιασμού καθυστερούν τη μετακύλιση του κόστους από την παραγωγή στον τελικό καταναλωτή.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα κινηθεί φέτος γύρω στο 4%, παρά την αποκλιμάκωση της κρίσης. Ταυτόχρονα, οι τιμές των λιπασμάτων ενδέχεται να αυξηθούν έως και 38%, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής τροφίμων διεθνώς. Η Ευρώπη εμφανίζεται ιδιαίτερα ευάλωτη, καθώς τα αποθέματα φυσικού αερίου παραμένουν χαμηλά. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ενεργειακή κρίση μπορεί να προσθέσει ακόμη και 3 έως 4 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό ορισμένων οικονομιών, διατηρώντας υψηλό το κόστος ζωής για τα νοικοκυριά.
Ένας πιο κατακερματισμένος κόσμος μετά την κρίση
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ άφησε πίσω της και ένα βαθύτερο αποτύπωμα, ενίσχυσε την τάση απομάκρυνσης από το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται πλέον ότι η εξάρτηση από λίγες στρατηγικές διαδρομές και προμηθευτές μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρό οικονομικό κίνδυνο. Για τον λόγο αυτό, πολλές χώρες σχεδιάζουν να αυξήσουν τα στρατηγικά ενεργειακά αποθέματά τους, να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή και να αναζητήσουν εναλλακτικές οδούς εφοδιασμού.
«Η παγκόσμια οικονομία δεν είναι αυτό που ήταν παλιά. Είναι πιο κατακερματισμένη», σημειώνει στη WSJ ο οικονομολόγος της Moody’s Analytics, Στέφαν Άνγκρικ. Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη μεταβολή, η ενεργειακή ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο των οικονομικών πολιτικών.
Την ίδια στιγμή, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά η ανάπτυξη επιβραδύνεται, από την άλλη ο πληθωρισμός παραμένει επίμονα υψηλός. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων, ενώ η Fed στις ΗΠΑ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων εάν οι πληθωριστικές πιέσεις δεν αποκλιμακωθούν.
Παρά τα προβλήματα, οι οικονομολόγοι δεν αναμένουν βαθιά ύφεση. Η παγκόσμια οικονομία αποδείχθηκε πιο ανθεκτική από τις αρχικές προβλέψεις, με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογία να λειτουργούν ως αντίβαρο στις απώλειες από την ενεργειακή κρίση. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ανάπτυξη 2,5% για φέτος, ελαφρώς χαμηλότερη από τις προπολεμικές εκτιμήσεις.
Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ απομακρύνει τον άμεσο κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής ασφυξίας. Δεν σβήνει όμως τις συνέπειες της κρίσης. Ο πληθωρισμός, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αναζήτηση μεγαλύτερης ενεργειακής ασφάλειας θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία πολύ μετά την επιστροφή των πλοίων στη σημαντικότερη θαλάσσια «πύλη» του πλανήτη.



