Οι διεθνείς αγορές πετρελαίου υποδέχθηκαν θετικά τη συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν και ήδη προεξοφλούν φθηνότερη ενέργεια τους επόμενους μήνες. Για την Ελλάδα, όμως, η ανάγνωση των εξελίξεων είναι πιο σύνθετη. Από τη φορολογία και τα διυλιστήρια έως το LNG και τη ναυτιλία, η διαδρομή από το Brent μέχρι την αντλία έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, οι οποίες συχνά καθορίζουν περισσότερο από την ίδια την τιμή του αργού το τελικό κόστος για τον καταναλωτή.
Σε περίπτωση που η συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν παγιωθεί, η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική αγορά δεν είναι αν θα πέσουν οι τιμές των καυσίμων, αλλά πόσο γρήγορα και πόσο. Παράγοντες της ελληνικής αγοράς εκτιμούν ότι για να φθάσει η «διόρθωση» των τιμών στην ελληνική αγορά απαιτείται ένα χρονικό περιθώριο ενός μηνός και φυσικά αυτή δεν θα ήταν «ατόφια». Το Brent θα μπορούσε να κινηθεί στα 80 δολάρια ή και ακόμη χαμηλότερα, μια πτώση που θα αποτυπωνόταν και σε ένα μέρος των τιμών της βενζίνης και του diesel κίνησης. Οι τιμές στην αντλία θα θύμιζαν τα προπολεμικά επίπεδα δηλαδή κάτω από τα 1,80 ευρώ το λίτρο για την απλή αμόλυβδη και κάτ από τα 1,60 ευρώ για το diesel κίνησης. Ωστόσο, το αισιόδοξο μήνυμα που προκύπτει από την εμπειρία του πολέμου στον Περσικό και του κλεισίματος των στενών του Ορμούζ είναι ότι ακόμη και εάν η συμφωνία καταρρεύσει, το Brent δύσκολα θα ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων και πιθανότατα θα κινηθεί στην περιοχή των 90 -100 δολαρίων το βαρέλι. Αυτό φυσικά σημαίνει υψηλότερες τιμές, περίπου στα επίπεδα που κινούνται σήμερα δηλαδή, αλλά όχι ράλι καθώς όπως φάνηκε τα 150 δολάρια ή τα 200 αποτελούν τιμές μιας άλλης εποχής κατά την οποία τα κράτη και οι αγορές δεν διέθεταν τις σημερινές ευελιξίες.
Πετρέλαιο: Σενάριο μιας άλλης εποχής τα 150 και 200 δολάρια;
Παρά τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, οι τιμές κατέγραψαν άνοδο κατά 40%, ενώ η αγορά εισήλθε στην κρίση έχοντας ήδη ενισχυθεί από πρόσθετες ποσότητες που είχαν διοχετευθεί από τις χώρες του OPEC και άλλους παραγωγούς. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν, όταν ανάλογες γεωπολιτικές κρίσεις μπορούσαν να εκτινάξουν τις τιμές του πετρελαίου στα 150 ή ακόμη και στα 200 δολάρια. Η εκρηκτική αύξηση της αμερικανικής παραγωγής πετρελαίου, η οποία από περίπου 6 εκατ. βαρέλια ημερησίως πριν από μία δεκαετία προσεγγίζει πλέον τα 20 εκατ. βαρέλια, η ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων στρατηγικών αποθεμάτων - με την Κίνα να διαθέτει αποθηκευτική ικανότητα περίπου 1,3 δισ. βαρελιών, δηλαδή όση όλα τα κράτη του κόσμου μαζί.
Η εμπειρία της πρόσφατης κρίσης έδειξε επίσης ότι, παρότι από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, η διατάραξη της κυκλοφορίας δεν οδηγεί πλέον αυτομάτως σε συστημική κατάρρευση της αγοράς. Οι εξαγωγείς (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) ενεργοποίησαν εναλλακτικές διαδρομές, ενώ οι αγορές αξιολόγησαν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος αφορά κυρίως τις μεταφορές, τα ναύλα και τα ασφάλιστρα κινδύνου και λιγότερο μια πραγματική έλλειψη φυσικών ποσοτήτων πετρελαίου. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της κρίσης καταγράφηκε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και υποχώρηση της ζήτησης πετρελαίου, εξέλιξη η οποία περιόρισε περαιτέρω τις ανοδικές πιέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλύπτει περίπου το 97% των αναγκών της σε πετρέλαιο μέσω εισαγωγών. Αυτό σημαίνει ότι οι διεθνείς διακυμάνσεις μεταφέρονται αναπόφευκτα, με κάποια χρονική υστέρηση, στην εγχώρια αγορά. Με δεδομένο ότι η Ελλάδα καλύπτει επίσης σχεδόν το σύνολο των αναγκών της με εισαγόμενο πετρέλαιο, η πορεία του Brent παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας που θα καθορίσει τι θα πληρώνουν οι οδηγοί στις αντλίες το καλοκαίρι και στις αρχές του φθινοπώρου.
Ο IEA βλέπει πλεόνασμα πετρελαίου, αλλά όχι άμεση ομαλοποίηση
Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν οδήγησε σε άμεση αποκλιμάκωση των τιμών, με το Brent να υποχωρεί κοντά στα 78,6 δολάρια και το WTI στα 75,5 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές προεξοφλούν χαμηλότερο γεωπολιτικό κίνδυνο και μεγαλύτερη προσφορά πετρελαίου. Την ίδια στιγμή, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η παγκόσμια παραγωγή θα αυξηθεί από 102,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026 σε 110,3 εκατ. βαρέλια το 2027, δημιουργώντας σημαντικό πλεόνασμα στην αγορά.
Ωστόσο, η μετάβαση σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης προσφοράς – και επομένως και χαμηλότερων τιμών - δεν θα είναι άμεση. Η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας μέσω του Ορμούζ, η αποκλιμάκωση των ασφαλίστρων κινδύνου και η σταδιακή αύξηση των ιρανικών εξαγωγών απαιτούν χρόνο, ενώ στην αγορά φυσικού αερίου παραμένει μια σημαντική απώλεια προσφοράς, καθώς οι ζημιές που υπέστη το ενεργειακό συγκρότημα Ras Laffan στο Κατάρ έχουν θέσει εκτός λειτουργίας δύο μονάδες LNG, αφαιρώντας περίπου το 17% της εξαγωγικής δυναμικότητας της χώρας για διάστημα που εκτιμάται σε 3 έως 5 χρόνια.
Ενδεικτικό της επιφυλακτικότητας της αγοράς είναι ότι η ναυτιλιακή κίνηση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα προ κρίσης επίπεδα. Παρά τη μερική επανεκκίνηση των διελεύσεων, οι πλοιοκτήτες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι έμποροι ενέργειας εξακολουθούν να αποτιμούν υψηλό γεωπολιτικό κίνδυνο, γεγονός που επηρεάζει τις εμπορικές ροές και διατηρεί αυξημένο το κόστος μεταφοράς.
Γιατί οι μειώσεις στο πετρέλαιο δεν φτάνουν αυτούσιες στον καταναλωτή
Ακόμη και αν το Brent κινηθεί προς τα 80 δολάρια το βαρέλι και οι διεθνείς τιμές συνεχίσουν να αποκλιμακώνονται, η μείωση που θα δουν οι καταναλωτές στα πρατήρια θα είναι αισθητά μικρότερη. Ο λόγος είναι η ιδιαίτερα υψηλή φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία του fuelprices.gr για τις 29 Μαΐου 2026, η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφωνόταν στα 2,097 ευρώ ανά λίτρο. Από αυτό το ποσό, τα 0,814 ευρώ αφορούσαν την τιμή διυλιστηρίου, τα 1,1234 ευρώ φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις, ενώ το εκτιμώμενο περιθώριο των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων ανερχόταν σε 0,1596 ευρώ. Με άλλα λόγια, περισσότερο από το μισό της τελικής τιμής της βενζίνης, ποσοστό 53,57%, προερχόταν από φόρους και επιβαρύνσεις, ενώ το κόστος του ίδιου του καυσίμου αντιστοιχούσε στο 38,82% της τιμής που πλήρωνε ο καταναλωτής στην αντλία.
Αντίστοιχα, στο πετρέλαιο κίνησης η μέση λιανική τιμή διαμορφωνόταν στα 1,771 ευρώ ανά λίτρο. Η τιμή διυλιστηρίου ανερχόταν σε 0,7682 ευρώ ανά λίτρο, οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις σε 0,7681 ευρώ, ενώ το εκτιμώμενο περιθώριο εμπορίας και λιανικής έφθανε τα 0,2347 ευρώ. Στην περίπτωση του diesel, η φορολογία και οι επιβαρύνσεις αντιπροσώπευαν το 45,07% της τελικής τιμής, ενώ το κόστος του καυσίμου αντιστοιχούσε στο 43,38%.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι στην Ελλάδα ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος της τελικής τιμής των καυσίμων δεν συνδέεται άμεσα με την πορεία του πετρελαίου, αλλά με φόρους, τέλη και λοιπές επιβαρύνσεις. Έτσι, ακόμη και όταν οι διεθνείς τιμές του αργού υποχωρούν, η αποκλιμάκωση που φτάνει στην αντλία είναι αναλογικά μικρότερη, καθώς πάνω από το 45% - 54% της τελικής τιμής παραμένει συνδεδεμένο με τη φορολογία.
Η φορολογία κρατά τις τιμές των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η φορολογία εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα διαμόρφωσης των τιμών των καυσίμων στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και των προϊόντων διύλισης επηρεάζουν σημαντικά το τελικό κόστος, το μεγαλύτερο μέρος της επιβάρυνσης για τον καταναλωτή προέρχεται από φόρους και τέλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ Μαΐου 2025 και Μαΐου 2026 η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης 95 οκτανίων αυξήθηκε κατά 21%, από 1,73 ευρώ σε 2,10 ευρώ ανά λίτρο. Το εκτιμώμενο περιθώριο των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων αυξήθηκε κατά 16%, από 0,14 σε 0,16 ευρώ ανά λίτρο, ενώ οι φόροι, τα τέλη και οι λοιπές επιβαρύνσεις κατέγραψαν αύξηση 7%, από 1,05 σε 1,12 ευρώ. Η μεγαλύτερη μεταβολή καταγράφηκε στην τιμή διυλιστηρίου, η οποία αυξήθηκε κατά 49%, από 0,55 σε 0,81 ευρώ ανά λίτρο
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο πετρέλαιο κίνησης. Η μέση τιμή στην αντλία αυξήθηκε κατά 20%, από 1,48 ευρώ σε 1,77 ευρώ ανά λίτρο. Το εκτιμώμενο περιθώριο εμπορίας και λιανικής αυξήθηκε κατά 14%, από 0,21 σε 0,23 ευρώ ανά λίτρο, ενώ οι φόροι και οι λοιπές επιβαρύνσεις ενισχύθηκαν κατά 9%, από 0,71 σε 0,77 ευρώ. Και στην περίπτωση του diesel, η μεγαλύτερη άνοδος προήλθε από την τιμή διυλιστηρίου, η οποία αυξήθηκε κατά 37%, από 0,56 σε 0,77 ευρώ ανά λίτρο.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η άνοδος των διεθνών τιμών μετά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μεταφέρθηκε στην ελληνική αγορά κυρίως μέσω της αύξησης του κόστους διύλισης και του ίδιου του καυσίμου, ενώ οι φορολογικές επιβαρύνσεις παρέμειναν ο μεγαλύτερος και σταθερότερος παράγοντας της τελικής τιμής. Παράλληλα, εξακολουθεί να ισχύει το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των εταιρειών και των πρατηρίων έως τις 30 Ιουνίου 2026, μέτρο που εφαρμόζεται για την αποτροπή φαινομένων αισχροκέρδειας στην αγορά καυσίμων.



