Όταν ξεκίνησε η σύρραξη ΗΠΑ, Ισραήλ - Ιράν αρκετοί αναλυτές προειδοποιούσαν για ένα ακραίο σενάριο με το Brent να εκτοξεύεται ακόμη και στα 150 ή 200 δολάρια το βαρέλι. Τελικά αυτό δεν συνέβη.
Τα Στενά του Ορμούζ από όπου διακινείται το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου έκλεισαν και παρά τη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς που έχει καταγραφεί στη σύγχρονη ιστορία της αγοράς πετρελαίου, οι τιμές παρέμειναν αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα που φοβούνταν οι αγορές. Μάλιστα, μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας ΗΠΑ - Ιράν για το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, το Brent υποχώρησε κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι πλησιάζοντας τα "κανονικά" επίπεδα στα οποία είχε κινηθεί πριν από τον πόλεμο.
Το ερώτημα είναι προφανές: Πώς μια αγορά που θεωρητικά έχασε περί τα 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως δεν οδηγήθηκε σε πραγματικό σοκ τιμών;
Οι εναλλακτικές διαδρομές που λειτούργησαν ως «βαλβίδα ασφαλείας»
Η πρώτη απάντηση βρίσκεται στις παρακάμψεις που βρήκε η ίδια η βιομηχανία. Παρότι η κρίση στο Ορμούζ αφαίρεσε θεωρητικά περίπου 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως από τις κανονικές ροές της αγοράς, οι χώρες του Κόλπου κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά το πραγματικό έλλειμμα αξιοποιώντας εναλλακτικές υποδομές που είχαν κατασκευάσει ακριβώς για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Η Σαουδική Αραβία συνέχισε να διοχετεύει σημαντικές ποσότητες αργού μέσω του αγωγού East-West Pipeline (Petroline), ο οποίος συνδέει τα πετρελαϊκά πεδία της ανατολικής χώρας με το λιμάνι Yanbu στην Ερυθρά Θάλασσα και διαθέτει δυναμικότητα περίπου 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αξιοποίησαν τον αγωγό Abu Dhabi Crude Oil Pipeline, ο οποίος μεταφέρει αργό από το Abu Dhabi στο λιμάνι Fujairah στον Κόλπο του Ομάν, παρακάμπτοντας πλήρως τα Στενά του Ορμούζ.
Χάρη σε αυτές τις υποδομές, περίπου 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως συνέχισαν να φτάνουν στις διεθνείς αγορές ακόμη και κατά τη διάρκεια της κρίσης. Επιπλέον, σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς και αναλύσεις της JPMorgan, επιπλέον περίπου 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως βρήκαν διέξοδο μέσω παράλληλων δικτύων μεταφοράς και μεταφορτώσεων σε δεξαμενόπλοια που περίμεναν στον Κόλπο του Ομάν, ενώ περίπου 900.000 βαρέλια ημερησίως διακινήθηκαν με τη χρήση των λεγόμενων «dark tankers».
Βέβαια, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική για το Ιράκ. Περίπου το 80% - 85% των ιρακινών εξαγωγών προέρχεται από τα μεγάλα νότια κοιτάσματα της Βασόρας και μεταφέρεται μέσω τερματικών σταθμών στον Περσικό Κόλπο. Σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, η Βαγδάτη δεν διαθέτει επαρκή εναλλακτική δυναμικότητα αγωγών για να διοχετεύσει ανάλογες ποσότητες σε άλλες διαδρομές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιορίσει μεγαλύτερο ποσοστό παραγωγής από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη πετρελαιοπαραγωγό χώρα της περιοχής, γεγονός που εξηγεί γιατί αναλυτές της Wood Mackenzie θεωρούν ότι η πλήρης επαναφορά ορισμένων ιρακινών πεδίων μπορεί να χρειαστεί έως και έναν χρόνο.
Με απλά λόγια, η αγορά δεν έχασε ποτέ πραγματικά και τα 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως που θεωρητικά βγήκαν εκτός κυκλοφορίας. Ένα σημαντικό μέρος της προσφοράς συνέχισε να φτάνει στους καταναλωτές μέσω αγωγών, εναλλακτικών εξαγωγικών κόμβων και παράλληλων δικτύων μεταφοράς. Αυτό περιόρισε το σοκ και κράτησε τις τιμές χαμηλότερα από τα ακραία σενάρια των 150 ή 200 δολαρίων που κυκλοφορούσαν στην αγορά την άνοιξη του 2026.
Τα στρατηγικά αποθέματα έδωσαν χρόνο στην αγορά
Η δεύτερη εξήγηση βρίσκεται στα αποθέματα ασφαλείας. Στα μέσα Απριλίου, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) ανακοίνωσε τη μεγαλύτερη συντονισμένη αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων που έχει γίνει ποτέ, ξεπερνώντας τα 400 εκατ. βαρέλια. Από αυτά, περίπου 301 εκατ. βαρέλια αφορούσαν στο αργό πετρέλαιο. Η παρέμβαση αυτή ισοδυναμούσε με περίπου 2,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως για διάστημα τεσσάρων μηνών, λειτουργώντας ως προσωρινό «μαξιλάρι» για την αγορά.
Παράλληλα, διυλιστήρια σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ασία ενίσχυσαν τη λειτουργία τους προκειμένου να αντισταθμίσουν μέρος των απωλειών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα αποθέματα αργού μειώθηκαν κατά 79 εκατ. βαρέλια από την έναρξη της κρίσης, ενώ η χρήση διυλιστηρίων έφτασε στο 95,3%, καθώς η αγορά προσπαθούσε να καλύψει το κενό προσφοράς.
Αν δεν υπήρχαν αυτά τα αποθέματα, η εικόνα θα ήταν εντελώς διαφορετική. Η αγορά ουσιαστικά «αγόρασε χρόνο», περιμένοντας είτε την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ είτε κάποια διπλωματική λύση.
Η ζήτηση αποδείχθηκε πιο αδύναμη από όσο φοβούνταν οι αγορές
Ένας ακόμη παράγοντας που συγκράτησε τις τιμές ήταν η ίδια η ζήτηση. Τον Μάιο, ο IEA αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου, εκτιμώντας ότι η ζήτηση θα είναι κατά 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερη σε σχέση με τις προπολεμικές προβλέψεις, καθώς οι υψηλές τιμές περιόρισαν την κατανάλωση και επιβράδυναν την οικονομική δραστηριότητα.
Αντίστοιχα, ο ΟΠΕΚ μείωσε τον Ιούνιο τις εκτιμήσεις του για την αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης το 2026, επισημαίνοντας ότι η κρίση επηρέασε αρνητικά την κατανάλωση καυσίμων. Η αγορά, επομένως, δεν αντιμετώπισε μόνο ένα σοκ προσφοράς. Αντιμετώπισε ταυτόχρονα και μια επιβράδυνση της ζήτησης, γεγονός που λειτούργησε ως φυσικό «φρένο» στις τιμές.
Ο σημαντικότερος λόγος που συγκρατήθηκαν οι τιμές ήταν ψυχολογικός
Υπάρχει όμως και ένας τέταρτος παράγοντας, λιγότερο ορατός αλλά εξίσου σημαντικός: οι προσδοκίες. Ανάλυση του Brookings Institution τον Μάιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αγορές δεν πίστεψαν ποτέ πραγματικά πως τα Στενά του Ορμούζ θα παρέμεναν κλειστά για πολλούς μήνες. Οι traders θεωρούσαν ότι είτε μέσω διπλωματικής παρέμβασης είτε μέσω στρατιωτικών και εμπορικών προσαρμογών θα βρισκόταν τελικά τρόπος να αποκατασταθούν οι ροές.
Αυτό περιόρισε το λεγόμενο «fear premium», δηλαδή το επιπλέον κόστος που προσθέτουν οι αγορές όταν επικρατεί πανικός και αβεβαιότητα.
Η ουσία είναι ότι οι αγορές τιμολογούν το μέλλον και όχι το παρόν. Όσο οι επενδυτές πίστευαν ότι η κρίση θα λυθεί πριν εξαντληθούν τα αποθέματα και οι εναλλακτικές διαδρομές, δεν υπήρχε λόγος να ανεβάσουν το πετρέλαιο στα 200 δολάρια. Οι φόβοι για τέτοιες τιμές βασίζονταν σε ένα σενάριο παρατεταμένου αποκλεισμού πολλών μηνών. Η αγορά, τελικά, πόνταρε ότι αυτό δεν θα συμβεί (και μέχρι στιγμής φαίνεται να δικαιώνεται).
Η συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν και η προοπτική επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ επιβεβαίωσαν αυτή την εκτίμηση. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές της Wood Mackenzie, της Saxo Bank και άλλων οίκων, η πλήρης επιστροφή των πετρελαϊκών ροών μπορεί να χρειαστεί μήνες, ενώ η αποκατάσταση ορισμένων παραγωγικών πεδίων ίσως απαιτήσει ακόμη και έναν χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι το γεωπολιτικό ασφάλιστρο δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως από την αγορά, απλώς βρίσκεται πλέον σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα που φοβούνταν οι επενδυτές πριν από λίγους μήνες



