Αύριο, Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) είναι προγραμματισμένο να δημοσιεύσει τους εθνικούς λογαριασμούς για το α’ τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Όπως σημειώνουν οι αναλυτές της Eurobank Research στο τελευταίο δελτίο του τεύχους «7 Ημέρες Οικονομία» αναμφίβολα, οι τελευταίες 30 μέρες αυτής της περιόδου σημαδεύτηκαν από το ξέσπασμα του πολέμου στον Περσικό Κόλπο και τη συνεπακόλουθη αύξηση των τιμών της ενέργειας. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε αναθεωρήσεις των προβλέψεων επίσημων οργανισμών για τη μεγέθυνση και τον πληθωρισμό πολλών οικονομιών, ιδιαίτερα εκείνων που το ενεργειακό τους μείγμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται σε αυτή την κατηγορία χωρών.
Οι εθνικοί λογαριασμοί για το α’ τρίμηνο του 2026 έχουν ήδη δημοσιευθεί για τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών-μελών (ΕΕ-27). Τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν ισχνή οικονομική μεγέθυνση τόσο στην ΕΕ-27 όσο και στην Ευρωζώνη, αν και με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Ειδικότερα, στην ΕΕ-27 ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώθηκε σε 0,2% σε τριμηνιαία βάση και 1,0% σε ετήσια βάση, έναντι 0,2% και 1,4% αντίστοιχα το δ’ τρίμηνο του 2025. Στην Ευρωζώνη η οικονομική δραστηριότητα ήταν ακόμη πιο υποτονική, με τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης να ανέρχεται σε 0,1% σε τριμηνιαία βάση και 0,8% σε ετήσια βάση, έναντι 0,2% και 1,3% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο.
Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, οι δείκτες υψηλής συχνότητας για το α’ τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκαν ως εξής:
Σκληρά δεδομένα (hard data)
-Ο δείκτης παραγωγής στη μεταποίηση, ενός εξωστρεφούς τομέα που το 2025 συνεισέφερε το 10,5% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της οικονομίας (έναντι 15,7% στην Ευρωζώνη), κατέγραψε οριακή μείωση κατά 0,2% σε τριμηνιαία βάση το α’ τρίμηνο του 2026, έναντι αύξησης 1,8% το δ’ τρίμηνο του 2025. Σε ετήσια βάση, η παραγωγή στη μεταποίηση αυξήθηκε κατά 3,7%, έναντι 4,6% το προηγούμενο τρίμηνο. Παράλληλα, ο δείκτης παραγωγής για το σύνολο της βιομηχανίας (ορυχεία και λατομεία, μεταποίηση, ενέργεια, παροχή νερού, επεξεργασία λυμάτων, διαχείριση αποβλήτων και δραστηριότητες εξυγίανσης) κατέγραψε ισχυρή και επιταχυνόμενη άνοδο, κατά 3,0% σε τριμηνιαία βάση και 5,2% σε ετήσια βάση. Αυτά τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι ο κλάδος της βιομηχανίας είχε θετική συνεισφορά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το α’ τρίμηνο του 2026.
-Ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο, δηλαδή η αξία των πωλήσεων του κλάδου σε σταθερές τιμές, διατήρησε το θετικό μομέντουμ του δ’ τριμήνου του 2025, καταγράφοντας αύξηση 1,9% σε τριμηνιαία βάση και 3,6% σε ετήσια βάση. Τα εν λόγω αποτελέσματα αποτελούν ένα θετικό μήνυμα για τη πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης -στο σκέλος των αγαθών- το α’ τρίμηνο του 2026. Ωστόσο, η άνοδος του πληθωρισμού τον Απρ-26 και τον Μαϊ-26, σε συνδυασμό με την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών στην Ελλάδα, δημιουργούν καθοδικούς κινδύνους για τον ρυθμό αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης τα επόμενα τρίμηνα.[ Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις εαρινές προβλέψεις της, αναθεώρησε προς τα κάτω την εκτίμησή της για τον ρυθμό αύξησης της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης στην Ελλάδα το 2026, στο 1,6%, από 1,9% στις αντίστοιχες φθινοπωρινές προβλέψεις.]
-Ο αριθμός των απασχολουμένων μειώθηκε κατά 0,4% σε τριμηνιαία βάση το α’ τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας την πρώτη υποχώρηση από το γ’ τρίμηνο του 2024. Σε ετήσια βάση συνέχισε να αυξάνεται (1,2%), αλλά με επιβραδυνόμενο ρυθμό.[ Τα στοιχεία της απασχόλησης βασίζονται στη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ. Η δημοσίευση των στοιχείων για τον Απρ-26 συνοδεύτηκε από καθοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για την πορεία της απασχόλησης κατά τους αμέσως προηγούμενους μήνες.]
-Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών αγαθών σε σταθερές τιμές επιβραδύνθηκε σε 1,5% το α’ τρίμηνο του 2026, από 8,1% το δ’ τρίμηνο του 2025, υποδηλώντας πιθανή μείωση σε τριμηνιαία βάση. Οι εισαγωγές αγαθών σε σταθερές τιμές μειώθηκαν οριακά κατά 0,3%, από αύξηση 2,9% το προηγούμενο τρίμηνο.
Μαλακά δεδομένα (soft data)
-Ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών PMI στη μεταποίηση διατηρήθηκε άνω του ορίου των 50 μονάδων, το οποίο διαχωρίζει τη βελτίωση από την επιδείνωση των λειτουργικών συνθηκών στον κλάδο, για 13ο συνεχόμενο τρίμηνο. Συγκεκριμένα, διαμορφώθηκε στις 54,4 μονάδες το α’ τρίμηνο του 2026, έναντι 53,0 μονάδων το δ’ τρίμηνο του 2025.
-Ο δείκτης οικονομικού κλίματος παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2025 (106,5 μονάδες), διατηρούμενος αισθητά υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του (100 μονάδες). Αντίθετα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης επιδεινώθηκε για τέταρτο συνεχόμενο τρίμηνο, υποχωρώντας στις -50,7 μονάδες, επίπεδο που συνιστά χαμηλό 13 τριμήνων. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τις πληθωριστικές πιέσεις και την αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλούν οι εχθροπραξίες και οι γεωπολιτικές εντάσεις στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Οι επιπτώσεις είναι εντονότερες για τα νοικοκυριά των οποίων η αύξηση του ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει την άνοδο του γενικού επιπέδου των τιμών.
Η αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η ακριβέστερη αποτύπωση των πραγματικών εισοδημάτων μπορούν να ενισχύσουν τη στόχευση και την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης που αποσκοπούν στην άμβλυνση των επιπτώσεων της παρούσας ενεργειακής κρίσης, σημειώνουν οι αναλυτές.
Συνολικά, οι διαθέσιμοι δείκτες υψηλής συχνότητας για το α’ τρίμηνο του 2026 υποδηλώνουν ότι η ελληνική οικονομία διατήρησε την ανθεκτικότητά της παρά την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος προς το τέλος της περιόδου αναφοράς. Η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, η συνέχιση της ανόδου των λιανικών πωλήσεων, η διατήρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα του μακροχρόνιου μέσου όρου του και η διαμόρφωση του PMI μεταποίησης σε επίπεδα συμβατά με επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας συνηγορούν υπέρ της διατήρησης ικανοποιητικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης σε ετήσια βάση. Ωστόσο, στα στοιχεία του α’ τριμήνου του 2026 καταγράφηκαν και λιγότερο ευνοϊκές εξελίξεις, όπως η επιβράδυνση της απασχόλησης και των εξαγωγών αγαθών, ενώ παράλληλα συνεχίστηκε η υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.



