Βρισκόμαστε στα μέσα Απριλίου του 2026, την πιο κρίσιμη αγρονομικά περίοδο για τις δενδροκαλλιέργειες της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Τα ροδάκινα, τα κεράσια και τα μήλα βρίσκονται στο ευαίσθητο στάδιο της ανθοφορίας και της καρπόδεσης. Αυτή την περίοδο, μια πτώση της θερμοκρασίας κάτω από το μηδέν για λίγες μόνο ώρες (όψιμος εαρινός παγετός), αρκεί για να καταστρέψει ολοκληρωτικά τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς.
Στη σύγχρονη αγροτική οικονομία, ωστόσο, η κλιματική αλλαγή δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως έκτακτη «θεομηνία», αλλά ως ένας μόνιμος κίνδυνος. Και απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, το υφιστάμενο κρατικό μοντέλο γεωργικής ασφάλισης αποδεικνύεται αναλογιστικά και στρατηγικά παρωχημένο, εγκλωβίζοντας τον πρωτογενή τομέα σε έναν διαρκή… «τζόγο» επιβίωσης.
Το σημερινό μοντέλο του ΕΛΓΑ βασίζεται σε μια υποχρεωτική εισφορά, η οποία για τη φυτική παραγωγή ανέρχεται στο 4% επί της προσδοκώμενης αξίας παραγωγής. Όταν σχεδιάστηκε αυτό το σύστημα, οι ακραίες καιρικές συνθήκες αποτελούσαν την εξαίρεση. Σήμερα, αποτελούν τον κανόνα!
Τα ετήσια έσοδα του Οργανισμού από τις ασφαλιστικές εισφορές των αγροτών (περίπου 160-180 εκατ. ευρώ) υπολείπονται σταθερά των αποζημιώσεων που καλείται να καταβάλει αυτός. Για να αποφευχθεί η στάση πληρωμών, ο κρατικός προϋπολογισμός αναγκάζεται να παρεμβαίνει με ετήσιες «ενέσεις» ρευστότητας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Αυτή η δημοσιονομική αιμορραγία δεν είναι βιώσιμη, ενώ ταυτόχρονα οι παραγωγοί λαμβάνουν τις αποζημιώσεις τους μήνες ή και χρόνια μετά τη ζημιά, με σημαντικές περικοπές.
Η παθητική αποζημίωση ενός κατεστραμμένου χωραφιού είναι μια εξίσωση όπου χάνουν όλοι. Όταν ένας ροδακινιώνας πλήττεται από παγετό, ο παραγωγός χάνει ένα ακαθάριστο έσοδο της τάξης των 1.000 έως 1.500 ευρώ ανά στρέμμα. Όμως, η ζημιά στην τοπική οικονομία είναι πολλαπλάσια. Χωρίς παραγωγή, τα τοπικά συσκευαστήρια υπολειτουργούν, οι βιομηχανίες κομπόστας χάνουν την πρώτη ύλη τους, οι εξαγωγές ακυρώνονται και τα ημερομίσθια των εργατών γης εξαφανίζονται. Εκτιμάται ότι για κάθε 1 ευρώ αγροτικής παραγωγής που χάνεται στο χωράφι, η τοπική εφοδιαστική αλυσίδα του agribusiness χάνει περίπου 3 ευρώ σε προστιθέμενη αξία. Το να αποζημιώνει το κράτος τον παραγωγό για ένα ασυγκόμιστο προϊόν δεν διασώζει, σίγουρα, την οικονομία της περιοχής.
Η λύση απέναντι στην κλιματική αβεβαιότητα απαιτεί μια ριζική αλλαγή φιλοσοφίας: από την παθητική αποζημίωση (μετά την καταστροφή) πρέπει να περάσουμε στη χρηματοδότηση της ενεργητικής προστασίας (πριν την καταστροφή) και στον επιμερισμό του ρίσκου.
Πρώτον, τα κρατικά κονδύλια πρέπει να κατευθυνθούν μαζικά στην επιδότηση συστημάτων αντιπαγετικής προστασίας. Ένας σύγχρονος αντιπαγετικός ανεμιστήρας, κόστους περίπου 35.000 έως 40.000 ευρώ (ή ακόμα και παραπάνω), μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά 40-50 στρέμματα δενδροκαλλιέργειας. Σε μια περιοχή υψηλού κινδύνου, η επένδυση αυτή μπορεί να αποσβένεται σε 1 έως 2 ή και 3 «κακές» χρονιές, διασφαλίζοντας όχι μόνο το εισόδημα του αγρότη, αλλά και τη ροή του προϊόντος στην αγορά.
Δεύτερον, η αναμόρφωση του ΕΛΓΑ πρέπει να περιλαμβάνει τη δημιουργία υβριδικών σχημάτων Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και αυτό μάλλον είναι μονόδρομος. Ένα πολυεπίπεδο σύστημα όπου το κράτος καλύπτει τον βασικό, καθολικό κίνδυνο, αλλά οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες αναλαμβάνουν (με ανταγωνιστικά ασφάλιστρα) τα εξειδικευμένα ρίσκα των μεγάλων, καθετοποιημένων εκμεταλλεύσεων.
Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις κλιματικές προκλήσεις του 2026 με ένα ασφαλιστικό μοντέλο της δεκαετίας του 1990. Η γεωργία ενέχει πάντα ρίσκο, αλλά αυτό το ρίσκο οφείλει να είναι διαχειρίσιμο μέσω της τεχνολογίας και των σύγχρονων χρηματοδοτικών εργαλείων. Αν δεν θωρακίσουμε τις εκμεταλλεύσεις με έργα ενεργητικής προστασίας, ο κάθε Απρίλιος θα συνεχίσει να μοιάζει με ρώσικη ρουλέτα για τον παραγωγό και με μαύρη τρύπα για τον κρατικό προϋπολογισμό…