Σε ακόμη πιο δεινή θέση εισέρχονται τώρα τα δημοσιονομικά της δεύτερης και τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν αυξάνει τις τιμές ενέργειας και τον πληθωρισμό, ενώ επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη.
Όλες οι πετρελαϊκές κρίσεις και τα ενεργειακά σοκ από το 1973 έχουν οδηγήσει σε λιγότερα έσοδα και περισσότερες δαπάνες, προειδοποιούν αναλυτές, χωρίς ωστόσο να μπορεί κάποιος να αποτιμήσεις τις επιπτώσεις στα δημοσιονομικά των χωρών. Το θέμα είναι ότι η νέα ενεργειακή «καταιγίδα» λαμβάνει χώρα σε μία περίοδο, που οι δημοσιονομικοί χώροι των περισσότερων χωρών δεν επιτρέπουν τη λήψη διευρυμένων μέτρων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης.
Σύμφωνα με οικονομικά μοντέλα που χρησιμοποιεί το Παρίσι, μια μόνιμη αύξηση κατά 10 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου θα αύξανε μεν τα φορολογικά έσοδα κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ, αλλά θα οδηγούσε και σε επιπλέον δαπάνες ύψους 800 εκατ. ευρώ και συνεπώς σε αύξηση του χρέους.
Το ζήτημα όμως της αύξησης του κόστους δημοσίου χρέους, σε συνδυασμό με την έλλειψη δημοσιονομικού χώρου αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία σειράς κρατών-μελών, με προεξαίχουσες τις οικονομίες της Γαλλίας και της Ιταλίας, που βρίσκονταν ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.
Περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια
Οι χώρες του Νότου μαζί με τη Γαλλία ζητούν άμεσες και οριζόντιες παρεμβάσεις, με αιχμή τη μείωση φόρων στα καύσιμα, προειδοποιώντας ότι η καθυστέρηση μετατρέπεται ήδη σε απώλεια κατανάλωσης. Από την άλλη, κράτη του Βορρά μπλοκάρουν τέτοιες επιλογές, φοβούμενα δημοσιονομική εκτροπή και επανάληψη των μαζικών πακέτων στήριξης της προηγούμενης κρίσης.
Ο Επίτροπος Ενέργειας προκρίνει λύσεις στο μικρότερο δυνατό δημοσιονομικό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια κινήσεων, που σημαίνει ότι όλοι συμφωνούν στη διάγνωση για το ενεργειακό σοκ, αλλά όχι στη θεραπεία.
Όπως ήδη είχε αναφέρει το Insider.gr έχει γίνει σαφές ότι τα «χέρια» των κυβερνήσεων είναι δεμένα, ειδικά σε κράτη με υψηλό χρέος και άρα αυστηρό δείκτη ανόδου δαπανών. Μάλιστα, τα χέρια θα παραμείνουν δεμένα όσο δεν συμφωνούν τα κράτη- μέλη για παροχή ευελιξίας μέσω της ενεργοποίησης της ρήτρας διαφυγής.
Τα ίδια κράτη, λοιπόν, που συμφώνησαν σε ρήτρες διαφυγής για την άμυνα, τώρα δεν συναινούν σε ρήτρα διαφυγής για την νέα κρίση. Επιπλέον, η Κομισιόν επικαλείται για πρώτη φορά τη «ρήτρα βιωσιμότητας» των δημοσιονομικών κανόνων, δηλ. τη δικαιοδοσία της να αρνηθεί ευελιξία αν κρίνει πως οι αποκλίσεις που θα προκληθούν στον προϋπολογισμό θέτουν «σε κίνδυνο τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών» των κρατών.
Η Κομισιόν δίδει κατευθύνσεις των μέτρων που μπορούν να ενεργοποιήσουν τα κράτη, καθιστώντας σαφές πως πρέπει να είναι στοχευμένα στους ευάλωτους και σε «καθαρή» ενέργεια, βάζοντας στο κάδρο και αντίμετρα με έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών. Προτείνονται δε εκστρατείες εξοικονόμησης και κίνητρα για χρήση δημοσίων μεταφορών.
Δημοσιονομική προσαρμογή
Οι χώρες με υψηλά ελλείμματα υπόκεινται σε αυστηρότερη επιτήρηση από τις Βρυξέλλες και ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κυρώσεις εάν δεν τηρήσουν τους δημοσιονομικούς στόχους που έχουν συμφωνηθεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Πέρυσι, περίπου το ένα τρίτο των χωρών της ΕΕ, που αντιστοιχούν σχεδόν στο ήμισυ του πληθυσμού της, παραβίασαν τους δημοσιονομικούς κανόνες. Μεταξύ αυτών ήταν η Γαλλία, το Βέλγιο, η Πολωνία και η Aυστρία. Το έλλειμμα της Γαλλίας ξεπερνά το 5% και ενδέχεται να μην υποχωρήσει κάτω από το 3% πριν από το 2029, σύμφωνα με κυβερνητικές προβλέψεις.
Οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο με το Ιράν ενδέχεται να δυσκολέψουν περαιτέρω τις προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής. Ήδη, αρκετές κυβερνήσεις έχουν αναθεωρήσει πτωτικά τις προβλέψεις τους για φέτος, λόγω του πολέμου στο Ιράν, συμπεριλαμβανομένων της Ιταλίας και της Γαλλίας.
Ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να επιβραδύνει περαιτέρω τις οικονομίες και να διατηρήσει το έλλειμμα πάνω από το 3%, δυσχεραίνοντας την έξοδο από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, σύμφωνα με αναλυτές της Scope Ratings.
Όσον αφορά το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον, ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας δήλωσε ότι μια συζήτηση σε επίπεδο EΕ για το όριο του 3% στο έλλειμμα είναι «αναπόφευκτη». Μετά την πανδημία COVID-19 και τον πόλεμο στην Ουκρανία, η ΕΕ είχε επιτρέψει στα κράτη-μέλη να υπερβαίνουν προσωρινά αυτό το όριο σε εξαιρετικές περιστάσεις.
Πάνω από το 3% το έλλειμμα της Ιταλίας
Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ιταλίας ξεπέρασε το όριο της EΕ πέρυσι, σηματοδοτώντας το μεγαλύτερο δημοσιονομικό πλήγμα για την κυβέρνηση της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι από τότε που ανέλαβε την εξουσία το 2022.
Το έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 3,1% του ΑΕΠ, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα η εθνική στατιστική υπηρεσία. Αν και πρόκειται για βελτίωση σε σχέση με το 3,4% του 2024, παραμένει πάνω από το όριο του 3% που έχει θέσει η ΕΕ για τη διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η Μελόνι ήλπιζε σε χαμηλότερο έλλειμμα, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την έξοδο της Ιταλίας από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, ένα καθεστώς επιτήρησης για χώρες με υψηλά ελλείμματα. Η τελική απόφαση αναμένεται από την Eυρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούνιο.
Το αποτέλεσμα αποτελεί νέο πλήγμα για την κυβέρνηση, η οποία ήδη πιέζεται από την κρίση με το Ιράν και την πρόσφατη ήττα στο δημοψήφισμα για τη δικαστική μεταρρύθμιση. Η Μελόνι και ο υπουργός Οικονομικών Τζιανκάρλο Τζορτζέτι είχαν καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για τον περιορισμό του ελλείμματος, ώστε να πλησιάσει η χώρα στην έξοδο από το καθεστώς επιτήρησης της ΕΕ.
Η απεμπλοκή από αυτή τη διαδικασία θα διευκόλυνε την Ιταλία να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες, τη στιγμή που η Μελόνι έχει δεσμευτεί να ανταποκριθεί στον στόχο του NATO για στρατιωτικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, ικανοποιώντας και τις απαιτήσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Τι βλέπει η Moody’s
Η Moody’s, η οποία προχώρησε πέρυσι στην πρώτη αναβάθμιση της Ιταλίας μετά από περισσότερα από 23 χρόνια, ανέφερε πρόσφατα ότι η συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης της Ιταλίας παραμένει εφικτή εάν η σύγκρουση λήξει σύντομα, αλλά ένας παρατεταμένος πόλεμος θα δημιουργούσε πιο αρνητικό σενάριο, λόγω της υψηλής εξάρτησης της οικονομίας από εισαγωγές ενέργειας από την περιοχή του Κόλπου.
Η χώρα είναι σήμερα ο δεύτερος μεγαλύτερος καταναλωτής φυσικού αερίου στην ΕΕ μετά τη Γερμανία, με το καύσιμο να καλύπτει περίπου το 40% του ενεργειακού της μείγματος.
Η ανησυχία των επενδυτών έχει αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες. Το spread μεταξύ των ιταλικών και γερμανικών 10ετών ομολόγων, βασικός δείκτης κινδύνου, ξεπέρασε τις 100 μονάδες βάσης την περασμένη εβδομάδα, από το χαμηλό 57 μονάδων βάσης τον Ιανουάριο.
Αν και το επίπεδο αυτό παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τις πάνω από 200 μονάδες βάσης όταν εξελέγη η Μελόνι, εξακολουθεί να αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι για την κυβέρνηση, καθώς συνεπάγεται υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Δυσκολεύει η εξυγίανση στη Γαλλία
Η Γαλλία παρουσίασε πέρυσι δημοσιονομικό έλλειμα 5,1% του ΑΕΠ από 5,8% το 2024, αρκετά χαμηλότερα κάτω από τον κυβερνητικό στόχο του 5,4%, σύμφωνα με στοιχεία της Insee. Το γεγονός ότι ξεπέρασε το στόχο μείωσης του ελλείμματος για το 2025 δίδει στην κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί κάποιο περιθώριο ελιγμών, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν σκιάζουν τα σχέδια για περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση.
Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί ανακούφιση για τον Λεκορνί, έπειτα από πολύμηνη προσπάθεια να περάσει τον προϋπολογισμό του 2026 από ένα διχασμένο κοινοβούλιο χωρίς να αναγκαστεί σε παραίτηση, όπως οι δύο προκάτοχοί του. Ο προϋπολογισμός αυτός στοχεύει σε έλλειμμα 5% το 2026.
Γενικότερα, η αβεβαιότητα για την ικανότητα της Γαλλίας να ελέγξει τα δημοσιονομικά της μετά τις πρόωρες εκλογές του 2024 είχε οδηγήσει σε υποβαθμίσεις από οίκους αξιολόγησης και σε κύματα πωλήσεων γαλλικών ομολόγων.
Η καλύτερη του αναμενόμενου επίδοση το 2025 οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση των φορολογικών εσόδων και στη συγκράτηση της αύξησης των δαπανών. Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έφτασε το 115,6% του ΑΕΠ, από 112,6% το 2024.