Με τις τιμές ενέργειας να ανεβαίνουν ξανά και τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή να μεταφέρεται στις αγορές, οι Υπουργοί Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδριάζουν σήμερα, Τρίτη 31 Μαρτίου, μέσω άτυπης τηλεδιάσκεψης, σε μια προσπάθεια να χαράξουν κοινή γραμμή πριν η πίεση περάσει πλήρως στην πραγματική οικονομία.
Η συγκυρία δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια. Οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να αντιδρούν, με έντονη μεταβλητότητα σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ οι πρώτες επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και στα πετρελαϊκά προϊόντα αρχίζουν να γίνονται ορατές.
Το βασικό ζητούμενο για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι να μην επαναληφθεί η εικόνα της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης, όταν τα κράτη-μέλη κινήθηκαν με διαφορετικά εργαλεία και δυνατότητες, δημιουργώντας πιέσεις και στην ενιαία αγορά. Την περίοδο εκείνη, χώρες όπως η Γερμανία προχώρησαν σε μεγάλης κλίμακας πακέτα στήριξης – φτάνοντας ακόμη και τα 200 δισ. ευρώ – με επιδοτήσεις και μηχανισμούς συγκράτησης τιμών, ενώ η Γαλλία επέλεξε πιο διοικητικές παρεμβάσεις, με «πάγωμα» τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας.
- Σύνοδος Κορυφής: Άνοιγμα για εθνικά μέτρα και ευελιξία, σύγκρουση για το ETS και το κόστος ενέργειας
- Ενέργεια: Πότε ανακοινώνεται το πακέτο στήριξης για τη βιομηχανία - Τι «καίει» την αγορά
Την ίδια στιγμή, η Ισπανία και η Πορτογαλία ενεργοποίησαν τον λεγόμενο «ιβηρικό μηχανισμό», επιβάλλοντας πλαφόν στο φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται για ηλεκτροπαραγωγή, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα κινήθηκαν με εκτεταμένες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος και παρεμβάσεις στα περιθώρια κέρδους στην αγορά.
Η διαφορετική αυτή προσέγγιση, σε συνδυασμό με τις άνισες δημοσιονομικές δυνατότητες, ανέδειξε τα όρια του ευρωπαϊκού συντονισμού σε συνθήκες κρίσης, με τις συζητήσεις για στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό να βρίσκονται τότε στο προσκήνιο.
Τι θα συζητήσουν οι Ευρωπαίοι υπουργοί Ενέργειας
Το θέμα της ενέργειας είχε ήδη τεθεί στο επίκεντρο και στο πρόσφατο Eurogroup, πριν από λίγα 24ωρα, όπου οι υπουργοί Οικονομικών άφησαν σαφές μήνυμα ότι δεν υπάρχει περιθώριο για οριζόντιες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Η κατεύθυνση που δόθηκε ήταν για στοχευμένα μέτρα, ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε κράτους, κάτι που ουσιαστικά μεταφέρει το βάρος των αποφάσεων και στο ενεργειακό πεδίο. Η συζήτηση αυτή λειτουργεί ήδη ως πλαίσιο για τη σημερινή ανταλλαγή απόψεων των υπουργών Ενέργειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύσκεψη λειτουργεί ως ένα πρώτο crash test για τον ευρωπαϊκό συντονισμό. Στο τραπέζι βρίσκονται η διαχείριση αποθεμάτων, η σταθερότητα των ροών και κυρίως το πώς θα περιοριστεί η μετακύλιση του αυξημένου κόστους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, χωρίς να διαταραχθεί η λειτουργία της ενιαίας αγοράς.
Στο παρασκήνιο, ωστόσο, εντείνεται ο προβληματισμός ότι η τρέχουσα ανοδική δυναμική στις τιμές ενέργειας μπορεί να εξελιχθεί σε έναν νέο κύκλο αυξήσεων, εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις διατηρηθούν ή κλιμακωθούν. Αυτός ο φόβος φαίνεται να επιταχύνει τον ευρωπαϊκό συντονισμό, με τις κυβερνήσεις να επιδιώκουν να κινηθούν προληπτικά, πριν οι πιέσεις παγιωθούν στην αγορά.
Η ελληνική πλευρά συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση, με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο να κινούνται στη γραμμή της συντονισμένης ευρωπαϊκής απάντησης. Το βασικό μήνυμα που μεταφέρεται είναι ότι η ενεργειακή πίεση δεν μπορεί να εξελιχθεί σε πλήγμα για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, ούτε να μετακυλιστεί ανεξέλεγκτα στα εισοδήματα των πολιτών.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στο φυσικό αέριο. Αντίθετα, επεκτείνεται και στα πετρελαϊκά προϊόντα – κυρίως στο diesel – όπου οι πιέσεις είναι εντονότερες, καθώς οι διαταραχές στις ροές από τη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Το στοιχείο αυτό θεωρείται κρίσιμο, καθώς συνδέεται άμεσα με το κόστος μεταφορών και, τελικά, με το σύνολο της αλυσίδας τιμών.
Στο μεταξύ, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη αρχίσει να «ξεκλειδώνουν» παρεμβάσεις στη φορολογία των καυσίμων, επιχειρώντας να απορροφήσουν μέρος της νέας πίεσης πριν αυτή περάσει πλήρως στην αντλία. Η Αυστρία, η Ιταλία και η Ισπανία κινούνται σε αυτή τη γραμμή, με μειώσεις φόρων και συμπληρωματικά μέτρα στήριξης όπου χρειάζεται, ενώ αντίστοιχες κινήσεις καταγράφονται και στην Πορτογαλία.
Η τάση αυτή αποτυπώνει έναν προβληματισμό που εντείνεται τις τελευταίες ημέρες στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες: ότι αν οι τιμές συνεχίσουν να κινούνται ανοδικά, οι κυβερνήσεις θα βρεθούν ξανά μπροστά στο ίδιο δίλημμα με το 2022, καλούμενες να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δημοσιονομική αντοχή και την ανάγκη στήριξης της αγοράς.
Το στίγμα της πίεσης αποτυπώνεται ήδη στους δείκτες. Το Brent κινείται στην περιοχή των 110 -115 δολαρίων το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά (TTF) διαπραγματεύεται κοντά στα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχοντας καταγράψει άνοδο της τάξης άνω του 50% μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Η εικόνα αυτή αρχίζει ήδη να περνά στην οικονομία. Οι επιχειρήσεις βλέπουν το κόστος παραγωγής και μεταφοράς να ενισχύεται, ενώ για τα νοικοκυριά οι αυξήσεις σε καύσιμα και ενέργεια επανέρχονται ως βασική πηγή πίεσης. Σε ένα περιβάλλον όπου η αγορά λειτουργεί με περιορισμένη ορατότητα, η σημερινή συνεδρίαση αποκτά βαρύτητα που ξεπερνά τον τυπικό της χαρακτήρα, καθώς θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το αν η Ευρώπη θα κινηθεί προληπτικά ή θα ακολουθήσει εκ των υστέρων τις εξελίξεις.