Πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά όχι πολλαπλάσιος όπως άλλες χρονιές, ήταν το 2025 ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας κατά 2,1% την οποία ανακοίνωσε την Παρασκευή η Ελληνική Στατιστική Αρχή, αν και υπολείπεται οριακά από τον κυβερνητικό στόχο του 2,2% που είχε τεθεί στον Προϋπολογισμό, αναδεικνύει πως η οικονομία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Ωστόσο η ανάπτυξη αυτή τροφοδοτήθηκε κυρίως από μία επενδυτική έκρηξη στα τέλη του έτους, η οποία συνδέεται εμφανώς με την επιτάχυνση των ρυθμών απορρόφησης κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και την ανάγκη να καλυφθεί ο στόχος πληρωμών του ΕΣΠΑ. Επιπλέον, αν και η ιδιωτική κατανάλωση των νοικοκυριών αποδείχθηκε συνολικά υψηλότερη το 2025 (με αύξηση 2% έναντι του 2024 αντί 1,9% που είχε προβλέψει η κυβέρνηση στον Προϋπολογισμό), τα στοιχεία δείχνουν ότι στην διάρκεια της περσινής χρονιάς τα νοικοκυριά «πιέστηκαν» περισσότερο από όσο είχε ήδη διαφανεί: μετά από τους σχετικούς επανυπολογισμούς και αναθεωρήσεις στα στοιχεία περασμένων τριμήνων που έκανε η ΕΛΣΤΑΤ, η ιδιωτική και η συνολική κατανάλωση αποδείχθηκε κατώτερη από όσο είχε αποτυπωθεί στο 2ο και στο 3ο τρίμηνο του έτους. Η υστέρηση αυτή υπερκαλύφθηκε μεν στο κλείσιμο της χρονιάς (με αύξηση 2,5% στο 4ο τρίμηνο) αντανακλά όμως την οικονομική δυσπραγία και τη συνεχή αβεβαιότητα την οποία βιώνουν τα νοικοκυριά, λόγω του κύματος ακρίβειας.
Τι αποκάλυψαν οι αναθεωρήσεις
Το ποσοστό ανάπτυξης του 2025 θα ήταν χαμηλότερο από 2,1% εάν δεν είχε υπάρξει αναθεώρηση και διόρθωση των στοιχείων ανάπτυξης προηγούμενων τριμήνων. Η ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ έδειξε άνοδο ΑΕΠ του 3ου τριμήνου στο 2,1% (αντί 2,0% που είχε αρχικά ανακοινωθεί προ μηνών) και του 2ου τριμήνου στο 1,7% (από 1,6% αρχικά).
Τεχνικά, οι αλλαγές αποδίδονται στην ενσωμάτωση «δύσκολων» στατιστικών δεδομένων που δεν ήταν διαθέσιμα κατά τις προσωρινές εκτιμήσεις προηγούμενων ανακοινώσεων, καθώς η ΕΛΣΤΑΤ ενσωμάτωσε σταδιακά τα τελικά στοιχεία Γενικής Κυβέρνησης για τις δαπάνες και τα έσοδα, τα επικαιροποιημένα στοιχεία του Ισοζυγίου Πληρωμών (τουριστικές εισπράξεις και μεταφορές) κλπ.
Στην πράξη, αυτή η διαδικασία αποκάλυψε διαφορετικές όψεις της ελληνικής οικονομίας το 2025:
- Η πραγματική αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης -σε όρους όγκου και όχι σε τρέχουσες τιμές της αγοράς- την χρονιά που πέρασε έφτασε στο 2% και ξεπέρασε τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης που στον Κρατικό Προϋπολογισμό προέβλεπε αύξηση 1,9%. Ωστόσο, ειδικά στο 2ο και 3ο τρίμηνο, η αύξηση αποδείχθηκε πως ήταν συντριπτικά κατώτερη -σχεδόν η μισή μόνο- από τη διαφαινόμενη στις έως τώρα ανακοινώνεις της ΕΛΣΤΑΤ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2025 η ιδιωτική κατανάλωση των νοικοκυριών ξεκίνησε στο α΄ τρίμηνο με ρυθμό ετήσιας αύξησης 2,6%. Δεν συνεχίστηκε όμως με αυξήσεις 2,4% στα επόμενα δύο τρίμηνα όπως είχε αρχικά ανακοινωθεί μέχρι πριν τρεις μήνες. Τα νεότερα στοιχεία δείχνουν σήμερα ότι στο 2ο τρίμηνο η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε 1,4% τελικά, ενώ στο 3ο τρίμηνο κατά μόλις 1,2%, πριν ανέβει και πάλι στο τελευταίο τρίμηνο σε 2,5%.
- Από την άλλη πλευρά, παρά τις δυσκολίες που βιώνουν τα νοικοκυριά, συνολικά η οικονομία αναπτύσσεται σε όλα τα τρίμηνα περισσότερο από όσο έδειχναν οι περιοδικές ανακοινώσεις των περασμένων τριμήνων, με την Ανάπτυξη να συνδέεται με τις εξαγωγές και τις εισπράξεις από τον Τουρισμό -που αποδείχθηκαν ισχυρότερες από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί- αλλά, κυρίως, με το επενδυτικό "κρεσέντο" (το οποίο μεταφράστηκε σε 11,579 δισ. ευρώ στο τελευταίο τρίμηνο της χρονιάς) υπερκαλύπτοντας την μεγάλη υστέρηση του α΄ τριμήνου -και η οποία μάλιστα αναθεωρήθηκε σε μείωση 1,3% αντί 1,1% που είχε ανακοινωθεί αρχικά.
«Κινητήρας» 37 δισ. ευρώ οι Επενδύσεις
Ο «πρωταγωνιστής της Ανάπτυξης» το 2025 ήταν οι Ακαθάριστες Επενδύσεις (σχηματισμός παγίου κεφαλαίου). Σε πραγματικούς όρους οι επενδύσεις ανήλθαν στα 37,095 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 8,9%. Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακή στο 4ο τρίμηνο, όπου η αύξηση άγγιξε το 14,0% σε ετήσια βάση.
Όπως όλα δείχνουν, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας λειτούργησε ως ο βασικός «επιταχυντής» της αγοράς, αντισταθμίζοντας και την αρνητική επίδραση από τη μείωση των αποθεμάτων (-119 εκατ. ευρώ). Και αυτό είναι ένα «ατού» για το 2026 καθώς οι δαπάνες θα είναι ακόμη πιο μεγάλες λόγω του τέλους χρόνου.
Η στροφή προς τις επενδύσεις είναι ίσως το πλέον «ποιοτικό» στοιχείο της χρονιάς στην εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, μαζί με την αύξηση των εξαγωγών (+1,7% μαζί με τον τουρισμό) αλλά και την ταυτόχρονη μείωση των εισαγωγών (-1,3% αντί αύξησης 0,9% που προέβλεπε η κυβέρνηση στον Προϋπολογισμό).
Ωστόσο, από την άλλη, η τάση αυτή υπογραμμίζει και την κρισιμότητα σχεδιασμού για την «μετα-ΤΑΑ εποχή», καθώς τον Αύγουστο του 2026 «κλείνει η στρόφιγγα» του Ταμείου Ανάκαμψης και θα λείψει αυτός ο κρίσιμος «τροφοδότης» της ανάπτυξης και των επενδύσεων στη χώρα μας. Ειδικά τώρα που ηχούν τα τύμπανα του πολέμου υπενθυμίζοντας την ανάγκη για ανθεκτικότητα.