Ένα ουσιαστικό -αν και όχι θορυβώδες- βήμα προς την ενίσχυση της κυριαρχίας της στον τομέα των πληρωμών, πραγματοποίησε τις προηγούμενες ημέρες η Ευρώπη.
Με την υπογραφή Μνημονίου Στρατηγικής Συνεργασίας, οι BANCOMAT, Bizum, SIBS MB WAY, Vipps MobilePay και η European Payments Initiative, μέσω του Wero, συμφώνησαν να επιταχύνουν τη δημιουργία ενός κυρίαρχου, πανευρωπαϊκού δικτύου πληρωμών. Όχι μέσα από την αντικατάσταση των υφιστάμενων λύσεων, αλλά μέσα από τη διασύνδεσή τους.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, είναι στρατηγική δήλωση. Η ευρωπαϊκή απάντηση στην κυριαρχία των διεθνών card schemes και των Big Tech wallets δεν περνά από ένα ακόμη «ενιαίο wallet», αλλά από την κεντρική διαλειτουργικότητα. Τα εθνικά συστήματα που έχουν ήδη κερδίσει την εμπιστοσύνη των χρηστών τους παραμένουν στη θέση τους, συνδεδεμένα πλέον μέσω ενός κοινού κόμβου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα οικοσύστημα που ξεκινά με περίπου 130 εκατ. χρήστες και 13 χώρες, καλύπτοντας σχεδόν τα τρία τέταρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη Νορβηγία να προστίθεται στον χάρτη. Οι συναλλαγές βασίζονται σε άμεσες πληρωμές λογαριασμού προς λογαριασμό (A2A), πάνω σε ευρωπαϊκά instant payment rails, και συνοδεύονται από σαφές χρονοδιάγραμμα: πρώτα οι διασυνοριακές P2P πληρωμές εντός του 2026 και στη συνέχεια, από το 2027, η επέκταση σε ηλεκτρονικό εμπόριο και φυσικά σημεία πώλησης.
Για τον καταναλωτή, η μετάβαση είναι σχεδόν αόρατη. Συνεχίζει να χρησιμοποιεί την εφαρμογή που ήδη γνωρίζει και εμπιστεύεται, χωρίς αλλαγή συμπεριφοράς ή ανάγκη για νέο onboarding. Για τον έμπορο, όμως, το διακύβευμα είναι σαφές: αποκτά πρόσβαση σε μια ευρωπαϊκή εναλλακτική λύση σε πραγματική κλίμακα, με χαμηλότερη εξάρτηση από μη ευρωπαϊκά σχήματα και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο κόστος.
Σε επίπεδο πολιτικής οικονομίας, η σημασία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η Ευρώπη επιχειρεί να περιορίσει τη στρατηγική της εξάρτηση από διεθνή δίκτυα καρτών και πλατφόρμες πληρωμών, μετατρέποντας τις άμεσες πληρωμές σε βασική υποδομή της ενιαίας ψηφιακής αγοράς. Πρόκειται για μια στροφή από τη ρητορική περί «στρατηγικής αυτονομίας» σε μια πιο πρακτική, λειτουργική προσέγγιση.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η ελληνική διάσταση. Η ΔΙΑΣ, μέσω του συστήματος IRIS, συγκαταλέγεται στα σχήματα που αναμένεται να ενταχθούν στο υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό πλαίσιο διαλειτουργικότητας, στο μέτρο που ωριμάζει η θεσμική και τεχνική αρχιτεκτονική του εγχειρήματος. Η προοπτική αυτή σηματοδοτεί ότι το IRIS, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως εθνική υποδομή άμεσων πληρωμών λογαριασμού, θα διασυνδεθει σε επόμενο στάδιο πανευρωπαϊκά, τόσο σε πληρωμές μεταξύ ιδιωτών όσο και –δυνητικά– σε εμπορικές συναλλαγές.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα τοποθετείται στον ορίζοντα της ευρωπαϊκής διαλειτουργικότητας, με το IRIS θα «κουμπώσει» με τους κοινούς κανόνες, τα instant payment rails και το μοντέλο governance που διαμορφώνεται.