Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαιρετίζει τη χθεσινή έγκριση της εμπορικής συμφωνίας ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Ζώνη Mercosur, στην οποία συμμετέχουν τέσσερις χώρες της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Παραγουάη). Για τον Μερτς η συμφωνία «αποτελεί ορόσημο στην ευρωπαϊκή πολιτική εμπορίου» και ενισχύει «την οικονομία μας και τις εμπορικές σχέσεις με τους εταίρους μας στη Νότια Αμερική- και αυτό είναι καλό για τη Γερμανία και για την Ευρώπη».
Την ίδια στιγμή πάντως, ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός στηλιτεύει το γεγονός ότι χρειάστηκαν 25 ολόκληρα χρόνια μέχρι να ευοδωθούν οι διαπαγματεύσεις με τη Ζώνη Mercosur, μετά από συνεχείς αναβολές. Τονίζει μάλιστα ότι από εδώ και πέρα «θα πρέπει να ολοκληρωθούν γρήγορα οι επόμενες εμπορικές συμφωνίες». Οι δηλώσεις Μερτς, το απόγευμα της Παρασκευής, έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς έγιναν μόλις 48 ώρες πριν την αναχώρησή του για την Ινδία για επίσημη επίσκεψη. Πρόκειται για μία χώρα με ρόλο-κλειδί στους σημερινούς γεωπολιτικούς συσχετισμούς, η οποία επιδιώκει μία αντίστοιχη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ.
Συμφωνία με Ινδία στα τέλη Ιανουαρίου;
Από την πλευρά της και η ΕΕ κάνει ό,τι μπορεί για να προσεγγίσει με όρους εμπορικής, αλλά και αμυντικής συνεργασίας τη «μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο», που έχει το προνόμιο να συνομιλεί ισότιμα με Ανατολή και Δύση. Την Πέμπτη εκπρόσωπος της Κομισιόν στις Βρυξέλλες δήλωσε «αισιόδοξος» ότι θα ολοκληρωθούν εγκαίρως οι διαπραγματεύσεις για μία εμπορική συμφωνία-μαμούθ με την Ινδία. Αρχικά η συμφωνία επρόκειτο να υπογραφεί στα τέλη του 2025, αλλά τελικά αυτό δεν κατέστη εφικτό. Ως νέα ημερομηνία έχει οριστεί η 27η Ιανουαρίου.
Η αγορά της Ινδίας θεωρείται ιδιαίτερα ελκυστική για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, ενώ από την πλευρά του το Νέο Δελχί επιδιώκει να προωθήσει τις εξαγωγές κλωστοϋφαντουργικών και φαρμακευτικών προϊόντων στην Ευρώπη. Ήδη σήμερα η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ινδίας, καθώς ο συνολικός όγκος των εμπορικών συναλλαγών ανάμεσα στις δύο πλευρές φτάνει τα 124 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Πηγή: Ελληνική Υπηρεσία DW