Οικονομία | Ελλάδα
09-12-2021 | 20:40

Η Ελλάδα στο «κάδρο» της διαπραγμάτευσης για αλλαγές στους δημοσιονομικούς κανόνες

Δήμητρα Καδδά
Μοιράσου το
Η Ελλάδα μπαίνει στο «κάδρο» της διαπραγμάτευσης για αλλαγές στους δημοσιονομικούς κανόνες - Στην ολλανδική Βουλή το θέμα
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Μετά τα εύσημα από το νέο Γερμανό υπουργό Οικονομικών για τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια, το θέμα «Ελλάδα» μεταφέρθηκε στην ολλανδική Βουλή. Αφορμή ήταν η προ ημερών τοποθέτηση του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στο πλαίσιο της συνέντευξης που παραχώρησε στους «Financial Times» για τους Δημοσιονομικούς Κανόνες και η εκτίμησή του πως το Σύμφωνο θα αλλάξει και θα υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία μεταξύ άλλων για δημόσιες επενδύσεις.

Ο Ολλανδός ΥΠΟΙΚ, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση για τη θέση που εξέφρασε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, περί αλλαγής του Συμφώνου, άφησε ένα «παράθυρο» για παρεμβάσεις, βεβαίως με «ανταλλάγματα». Μίλησε ακόμη και για το «επίμαχο» κριτήριο μείωσης του χρέους στο 60% του ΑΕΠ, αλλά με διασφάλιση της δημοσιονομικής προσαρμογής, κάνοντας ειδική αναφορά στην Ελλάδα. Προσδιόρισε επίσης το χρόνο λήψης των αποφάσεων για μετά το 1ο εξάμηνο του 2022... 

Το έγγραφο

Αναλυτικά, σύμφωνα με το ολλανδικό έγγραφο, σε ερώτηση αν το ύψος του ελληνικού χρέους αποτελεί πρόβλημα για τη σταθερότητα της Ευρωζώνης, το ολλανδικό ΥΠΟΙΚ επισημαίνει πως «η Ελλάδα έχει λάβει πολλά μέτρα τα τελευταία δέκα χρόνια για την ενίσχυση της οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών». Στο πλαίσιο των μνημονίων «έχουν παρασχεθεί δάνεια με πολύ μεγάλη διάρκεια και με χαμηλά επιτόκια» και έτσι  «το κόστος εξυπηρέτησης έχει μειωθεί σημαντικά». Ωστόσο, «αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα κράτη μέλη με υψηλά χρέη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, θα πρέπει να μειώσουν σημαντικά το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια με συνεπή και αξιόπιστα βήματα, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και για τη δημιουργία αποθεμάτων ασφαλείας, για την αντιμετώπιση μελλοντικών κραδασμών» επισημαίνεται, δίδοντας μία πρώτη αίσθηση της θέσης του «Βορρά» της ΕΕ στη διαβούλευση που θα ξεκινήσει από τον Ιανουάριο.

Στο ερώτημα αν η Ελλάδα «μπορεί να μειώσει το υπερβολικά υψηλό χρέος της στο στόχο του 60% του ΑΕΠ εντός της 20ετίας που προβλέπεται από το Σύμφωνο σήμερα, η απάντηση είναι... εμμέσως όχι. «Με βάση το τρέχον ποσοστό χρέους ως αναλογία του ΑΕΠ, δεν αναμένεται ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να το μειώσει στο 60% (του ΑΕΠ) στο άμεσο μέλλον» αναφέρεται αλλά «με επαρκή δημοσιονομική πειθαρχία, με την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας και τις μεταρρυθμίσεις και τις επενδύσεις που περιλαμβάνονται στο ελληνικό σχέδιο Ανάκαμψης, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα - μακροπρόθεσμα ενδέχεται να μειωθούν περαιτέρω» επισημαίνεται.

Για το αν η ολλανδική κυβέρνηση «συμμερίζεται την άποψη του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η ΕΕ θα χαλαρώσει τελικά τους δημοσιονομικούς κανόνες στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» η απάντηση είναι πως οι διαβουλεύσεις μόλις ξεκίνησαν και «τον Ιούλιο του επόμενου έτους, τα Συμβούλια Ecofin και Eurogroup αναμένεται να ανακοινώσουν τα συμπεράσματα της διαβούλευσης. Μετά,  η Επιτροπή θα προτείνει πιθανές νομοθετικές προτάσεις για την προσαρμογή του Συμφώνου» στις οποίες θα τοποθετηθούν τα κράτη – μέλη.

Για το αν εκτιμά πως πρέπει να υπάρξει χαλάρωση γίνεται αναφορά  σε αποθέματα ασφαλείας σε ευνοϊκούς οικονομικούς καιρούς,  αλλά και σε εκσυγχρονισμό των κανόνων που είναι όλο και πιο περίπλοκοι, στη μείωση του αριθμού των ρητρών ευελιξίας στο προληπτικό σκέλος, σε έμφαση στον κανόνα των δαπανών, αλλά και  σε συζήτηση για το όριο μείωσης του χρέους στο 60% του ΑΕΠ «είναι το σωστό επίπεδο για να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα του χρέους» αφού «δεν υπάρχει συναίνεση μεταξύ των οικονομολόγων σχετικά με το τι συνιστά επαρκές επίπεδο χρέους». Αν και, όπως επισημαίνεται, «ένα διαρθρωτικά υψηλό δημόσιο χρέος καθιστά τα κράτη μέλη –και συνεπώς ολόκληρη την ευρωζώνη– ευάλωτα σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων στο μέλλον».

Τα επόμενα βήματα και η θέση της Ελλάδας

Σημειώνεται πως στο νέο πρόγραμμα του Eurogroup για το 2022 το πρώτο «ραντεβού» για το θέμα των κανόνων δίδεται στις 27 Ιανουαρίου, με ορίζοντα ολοκλήρωσης της συζήτησης σε επίπεδο ΥΠΟΙΚ τον Ιούλιο. Η ολλανδική προεδρία διευκρινίζει πως αυτή η διαβούλευση θα οδηγήσει μετά σε πρόταση της Επιτροπής προς πολιτική διαπραγμάτευση. Αφού ξεκαθαρίσει και το τοπίο αναφορικά με το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών... 

Η Ελλάδα διεκδικεί  επιπλέον παρεμβάσεις που οδηγούν σε πιο «ελαστικά» πλεονάσματα έως 1% του ΑΕΠ. Θεωρεί ως βασική θέση είναι πως πρέπει να υπάρχει δημοσιονομική ισορροπία ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη, αλλά με ρεαλιστικούς στόχους που να προκαλούν «ασφάλεια» και στις αγορές. Και να τροφοδοτούνται από το ΑΕΠ αλλά και από την τόνωση που θα προσφέρει στην οικονομία η μείωση φόρων και εισφορών.

Η ελληνική πλευρά ζητά επιπλέον να εξαιρούνται δαπάνες για πράσινες ή ψηφιακές επενδύσεις, να υπάρχει ειδική μεταχείριση δαπανών που συνδέονται με την άμυνα της Ευρώπης (για αμυντικές δαπάνες ή για το  μεταναστευτικό), να υπάρχει εθνική «ιδιοκτησία» των παρεμβάσεων που θα οδηγήσουν σε δημοσιονομική ισορροπία, στο πρότυπο των μεταρρυθμίσεων που επελέγησαν για το Ταμείο Ανάκαμψης και να υπάρχει ευελιξία στον στόχο για το πλεόνασμα, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση που ισχύει κάθε φορά (ανάλογα δηλαδή με τον οικονομικό κύκλο).

Το θέμα των Δημοσιονομικών Κανόνων συζητήθηκε στο δείπνο των ΥΠΟΙΚ το βράδυ της Δευτέρας. Και το επόμενο «ραντεβού» είναι για τον Ιανουάριο, περιμένοντας και την πλήρη «αποκάλυψη» των προθέσεων της Γερμανίας.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.