Διεθνή
18-11-2021 | 07:56

ΕΚΤ: Θετική έκπληξη από νέα NPLs - πτωχεύσεις, σε 2 χρόνια η τελική εικόνα

Νένα Μαλλιάρα
Μοιράσου το
ΕΚΤ: Θετική έκπληξη από νέα NPLs - πτωχεύσεις, σε 2 χρόνια η τελική εικόνα
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Εντυπωσιακά λιγότερες πτωχεύσεις από αυτές που αναμένονταν αρχικά, όπως επίσης και χαμηλότερο, ακόμη και από τα αισιόδοξα σενάρια, όγκο νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων ως συνέπεια της πανδημικής κρίσης, διαπιστώνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην Ανασκόπηση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα που δημοσιεύτηκε χθες.

Παρά τη θετική έκπληξη, ωστόσο, η ΕΚΤ παραμένει σε εγρήγορση, αφού εκτιμά πως ο πλήρης αντίκτυπος της πανδημίας στην ποιότητα των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να χρειαστεί άλλα δύο χρόνια για να γίνει ορατός.

Οι επιχειρήσεις

Όπως διαπιστώνει η ΕΚΤ, παρά το ότι σημειώθηκαν πτωχεύσεις σε κλάδους που επηρεάστηκαν περισσότερο από την πανδημία, εντούτοις, στο β΄ τρίμηνο του 2021, τα επίπεδα πτωχεύσεων συνολικά στην ευρωζώνη διαμορφώθηκαν 15% χαμηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα. Την ίδια στιγμή, η ταχεία ανάκαμψη της οικονομίας (σημειώνεται ότι οι τελευταίες μακροοικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ αναμένουν αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 5% το 2021 και 4,6% το 2022 έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 3,9% και 4,2% αντίστοιχα) κάνει απίθανη την άνοδο των χρεοκοπιών στα επίπεδα που προέβλεπε ο ιδιωτικός τομέας. 

Τα μέτρα στήριξης που εφαρμόστηκαν αναχαίτισαν χρεοκοπίες εταιρειών σε μεγάλη κλίμακα, αλλά η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων παραμένει πρόκληση για συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα την επομένη της πανδημικής κρίσης και πολλές εταιρείες εξακολουθούν να διατρέχουν τον κίνδυνο υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητά τους. 

Τα μέτρα στήριξης βελτίωσαν την οικονομική δραστηριότητα και δημιούργησαν μεγάλα αποθέματα ρευστότητας στις επιχειρήσεις, αναφέρει η ΕΚΤ, διαπιστώνοντας ότι σε αυτό οφείλεται η μέτρια αύξηση της πιστωτικής επέκτασης των επιχειρήσεων. Η ζήτηση για τραπεζικά δάνεια αυξήθηκε το γ΄ τρίμηνο του 2021 λόγω ελαφρώς υψηλότερων παγίων επενδύσεων, αναγκών αναχρηματοδότησης χρέους και αναγκών χρηματοδότησης για αποθέματα και κεφάλαιο κίνησης.

Ωστόσο, οι μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες δημιούργησαν σημαντικά αποθέματα ρευστότητας, με το ακαθάριστο χρέος να παραμένει αυξημένο, ενώ το καθαρό χρέος μειώθηκε κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα, συμβάλλοντας αρνητικά στη ζήτηση για νέα δάνεια, αναφέρει χαρακτηριστικά η ΕΚΤ.

Όπως συμπληρώνει, αυτό αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη θέση των μεγάλων εισηγμένων εταιρειών, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις επηρεάστηκαν περισσότερο από την πανδημία και είναι λιγότερο πιθανό να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση με κριτήρια αγοράς, με αποτέλεσμα να έχουν και χαμηλότερα ταμειακά αποθέματα ασφαλείας. Οι μεγάλες εταιρείες αντικατέστησαν επίσης εν μέρει τον δανεισμό από τις τράπεζες, εκδίδοντας χρέος (ομόλογα) στην αγορά, επωφελούμενες από τις ευνοϊκές συνθήκες της αγοράς. Στο μέλλον, οι τράπεζες αναμένουν μικρή καθαρή αύξηση της ζήτησης για δάνεια προς τις επιχειρήσεις.

Τα νέα κόκκινα δάνεια 

Ο δείκτης των συνολικών μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) των τραπεζών της ζώνης του ευρώ μειώθηκε περαιτέρω κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021, κυρίως λόγω της διάθεσης μη εξυπηρετούμενων δανείων από το απόθεμα των τραπεζών. Ο συνολικός δείκτης ΜΕΔ διαμορφώθηκε στο 2,4% στο τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2021, μειωμένος κατά 31 μονάδες βάσης σε σύγκριση με το τέλος του προηγούμενου έτους, επιβεβαιώνοντας την πτωτική τάση που παρατηρείται από το 2014.

Το β΄ τρίμηνο του 2021 καταγράφει την υψηλότερη μείωση στον δείκτη ΜΕΔ από το ξέσπασμα της πανδημίας. Η Ελλάδα και η Κύπρος ξεχωρίζουν καθώς μείωσαν τους δείκτες ΜΕΔ περισσότερο από 8 εκατοστιαίες μονάδες. Σημειώνεται ότι σε επίπεδο ευρωζώνης, ο δείκτης ΜΕΔ παραμένει υψηλότερος στα επιχειρηματικά δάνεια – στο 4,6% το β΄ τρίμηνο του 2021 – κυρίως εξαιτίας δανείων προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.  

Στην ανασκόπησή της η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι οι νέες καθαρές εισροές δανείων στο Στάδιο 2, δηλαδή από τα εξυπηρετούμενα σε αυτά που εμφανίζουν πιθανότητες επισφάλειας, ήταν πιο περιορισμένες στο β΄ τρίμηνο του 2021. Η συγκρατημένη αύξηση νέων ΜΕΔ ήταν συνδυαστικό αποτέλεσμα των μειωμένων νέων εισροών  - σχεδόν οι μισές σε σύγκριση με αυτές του β΄ τριμήνου 2020 -  και των εκροών – ρεκόρ από δάνεια μη εξυπηρετούμενα που επέστρεψαν σε εξυπηρετούμενα (Στάδιο 1).

Βεβαίως, οι εισροές νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι περισσότερο από διπλάσιες σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα και στο α΄ εξάμηνο του 2021 το ποσοστό των δανείων από το Στάδιο 1 των εξυπηρετούμενων στο Στάδιο 2 των επισφαλών,  υποχώρησε σε εξαμηνιαία βάση μόνο κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε κλάδους ευαίσθητους στην πανδημία έναντι 1,1 ποσοστιαίες μονάδες σε άλλους κλάδους. 

Δάνεια που αναταξινομήθηκαν ως επισφαλή στο Στάδιο 2 είχαν κυρίως ευπάθειες που προϋπήρχαν της πανδημικής κρίσης ή ανήκουν σε τράπεζες που βρίσκονται πιο κοντά στα κεφαλαιακά όρια. Οι εταιρείες των οποίων τα δάνεια αναταξινομήθηκαν στα Στάδια 2 και 3 κατά το 2020 εισήλθαν στην κρίση με υψηλότερους δείκτες χρέους προς περιουσιακά στοιχεία, χαμηλότερη απόδοση των περιουσιακών στοιχείων και χαμηλότερους δείκτες ρευστότητας, σε σύγκριση με εταιρείες των οποίων τα δάνεια παρέμειναν στο Στάδιο 1. Τα δάνεια προς επιχειρήσεις σε τομείς που επηρεάστηκαν περισσότερο από τα lockdown, ιδίως υπηρεσίες, ήταν πιο πιθανό να επαναταξινομηθούν σε υψηλότερα στάδια.

Οι διαπιστώσεις της ΕΚΤ δείχνουν ότι οι τράπεζες με χαμηλά κεφαλαιακά αποθέματα αναταξινόμησαν μεγαλύτερο μερίδιο δανείων στο Στάδιο 2 και στο Στάδιο 3, διατηρώντας σταθερά τα χαρακτηριστικά των δανειοληπτών.

Ωστόσο, η αναταξινόμηση δανείων από τράπεζες με χαμηλά κεφαλαιακά αποθέματα εμφανίστηκε λιγότερο ευαίσθητη στις ευπάθειες των εταιρικών δανειοληπτών πριν από την πανδημία, ιδιαίτερα στον δείκτη ρευστότητάς τους, σε σχέση με την αναταξινόμηση από τράπεζες με καλύτερη κεφαλαιοποίηση. «Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία σχετικά με τις τράπεζες ζόμπι και τις εταιρείες ζόμπι, αυτό μπορεί να υποδηλώνει ανοχή σε ασθενέστερους δανειολήπτες», αναφέρει η ανασκόπηση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΕΚΤ.

Τα μορατόριουμ πληρωμών

Αναφερόμενη στα δάνεια που μπήκαν σε μορατόριουμ πληρωμών, η ΕΚΤ αναφέρει ότι σχεδόν όλα τα προγράμματα αναστολής δανείων στη ζώνη του ευρώ έχουν πλέον λήξει με περιορισμένο άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Ωστόσο, οι κίνδυνοι απωλειών από δάνεια που εξακολουθούν να υπόκεινται σε μορατόριουμ έχουν αυξηθεί. Περίπου το 88% των μορατόριουμ που χορηγήθηκαν σε δάνεια είχαν λήξει τον Ιούνιο του 2021 και τα ενεργά μορατόριουμ εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο (τουλάχιστον 5%) των συνολικών εταιρικών δανείων μόνο για τις τράπεζες σε δύο χώρες της ζώνης του ευρώ. 

Αν και η λήξη των μορατόριουμ δεν μεταφράστηκε αμέσως σε επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών, ο δείκτης κάλυψης των ΜΕΔ υπό καθεστώς μορατόριουμ αυξήθηκε από 24% τον Ιούνιο του 2020 σε 36% τον Ιούνιο του 2021, σηματοδοτώντας υψηλότερη συγκέντρωση κινδύνων σε αυτό το χαρτοφυλάκιο. Αυτή η εξέλιξη παρατηρείται στις περισσότερες χώρες της ζώνης του ευρώ και υποδηλώνει ότι, ενώ οι ισχυρότεροι δανειολήπτες επανήλθαν σταδιακά στις κανονικές αποπληρωμές, οι πιο αδύναμοι δανειολήπτες – οι οποίοι συνήθως απαιτούν υψηλότερες προβλέψεις στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών – εξακολουθούν να επωφελούνται από αυτό το μέτρο. Ταυτόχρονα, το μερίδιο των δανείων που λήφθηκαν στο πλαίσιο προγραμμάτων κρατικών εγγυήσεων σταθεροποιήθηκε στις αρχές του 2021 και αντιπροσωπεύει το 3,4% του συνόλου των δανείων προς τον μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα.

Όπως τονίζει η ΕΚΤ, παρά τα θετικά σημάδια, ο πλήρης αντίκτυπος της πανδημίας στην ποιότητα των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να χρειαστεί άλλα δύο χρόνια για να γίνει ορατός. Το μελλοντικό επίπεδο των ΜΕΔ εξαρτάται από την ισχύ και τη συνέχιση της οικονομικής ανάκαμψης, καθώς και από την αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης για την αποτροπή εταιρικών αθετήσεων. 

Όπως αναφέρεται στην Επισκόπηση της ΕΚΤ, μια ανάλυση της απόδοσης των δανείων σε όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ για εννέα οικονομικούς τομείς, από το 2014 έως το 2020, διαπιστώνει ότι οι δείκτες ΜΕΔ αυξάνονται περίπου τέσσερα χρόνια μετά την επιδείνωση των συνολικών εταιρικών δεικτών κερδοφορίας και ρευστότητας και δύο χρόνια μετά την αύξηση του δείκτη χρέους προς περιουσιακά στοιχεία.

Ο συνδυασμός αυτών των ιστορικών σχέσεων με τα παρατηρούμενα δεδομένα σε επίπεδο χώρας και τις διαδρομές κύκλου εργασιών που συνάδουν με τις μακροοικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2021, υποδηλώνει ότι ο δείκτης ΜΕΔ των επιχειρήσεων θα μπορούσε να συνεχίσει την ήπια πτωτική του τάση στους περισσότερους ομίλους χωρών τα επόμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, αυτή η προσέγγιση συνεπάγεται ότι οι δείκτες ΜΕΔ για τις πιο αδύναμες χώρες-τομείς θα αυξηθούν το 2023 και θα μειωθούν ξανά το 2024.

Photo: GettyImages/Ideal Images

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.