Ελλάδα
09-05-2021 | 16:04

Το τρίγωνο μεταξύ ΕΚΤ - ελληνικών ομολόγων - investment grade και στο βάθος... «γέφυρα»

Το τρίγωνο μεταξύ ΕΚΤ - ελληνικών ομολόγων - investment grade και στο βάθος... «γέφυρα»
live updates: Ανανεώθηκε πριν

Έχοντας την αμέριστη στήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέσω του έκτακτου προγράμματος PEPP, που έχει ανοίξει μια «βεντάλια» θετικών επιδράσεων στην εγχώρια αγορά ομολόγων και στην οικονομία, η Ελλάδα καλείται πλέον με διάφορους τρόπους να λύσει σε ρεαλιστικό βαθμό το αίνιγμα του investment grade.

Και αυτό διότι, καθώς τα προγράμματα εμβολιασμών επιταχύνονται και τα «μαύρα σύννεφα» της πανδημίας σταδιακά απομακρύνονται, η ΕΚΤ όπως και οι υπόλοιπες ισχυρές κεντρικές τράπεζες θα αρχίσουν να αλλάζουν ταχύτητα και ρυθμό, με το παιχνίδι πιθανώς να διαφοροποιείται. Για την ώρα, η διάρκεια του προγράμματος PEPP (Pandemic Emergency Purchase Programme) φτάνει μέχρι και τον Μάρτιο του 2022, ενώ με τις επανεπενδύσεις στις λήξεις οριοθετείται για τουλάχιστον έως το τέλος του 2023. Από την άλλη, η επίτευξη του investment grade, που συνεπάγεται δύο «σκαλοπάτια» υψηλότερα από το τρέχον rating της χώρας σε ένα χρονικό πλαίσιο ενός έτους θα πρέπει να θεωρείται ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Κάπως έτσι λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα του τι επιφυλάσσει η επόμενη ημέρα που ξημερώνει στην Ευρωζώνη, για την Ελλάδα, με φόντο τη στρατηγική που θα χαράξει η Φρανκφούρτη.

Μιλώντας στο insider.gr ο Nicola Mai διαχειριστής χαρτοφυλακίου και αναλυτής πιστωτικής αγοράς της PIMCO, αναφέρει πως δεν είναι σαφές το εάν θα υπάρξει επέκταση του προγράμματος PEPP ή αν θα «περάσουν» αγορές μέσω του κανονικού APP (πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων). Θα μπορούσε αναμφισβήτητα, σύμφωνα με τον ίδιο, να υπάρξει μια περίοδος όπου η Ελλάδα δεν θα βρίσκεται σε επενδυτική βαθμίδα μένοντας εκτός του PEPP, κάτι που σημαίνει πως τα ελληνικά ομόλογα δεν θα αγοράζονται από την ΕΚΤ. «Αλλά αυτό θα αποτελούσε μόνο ένα μικρό παράθυρο, καθώς η Ελλάδα είναι πιθανό να πιάσει το investment grade», όπως εκτιμά ο Μάι.

Ο ίδιος συμπληρώνει, σχετικά με την ελληνική αγορά ομολόγων πως παρατηρείται μια ευρεία σταθερότητα παρά τα πολύ υψηλά επίπεδα χρέους, δεδομένης της στήριξης της ΕΚΤ, των υψηλών εκταμιεύσεων πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και των καλών σχέσεων που διατηρεί η Ελλάδα με τους Ευρωπαίους εταίρους. «Έτσι με τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων να συγκλίνουν με των ιταλικών, δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο liquidity premium (κάποιο premium δηλαδή στις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων έναντι των μικρότερης διάρκειας για τοποθέτηση) για τους επενδυτές στην ελληνική αγορά ομολόγων».

Ευρύτερα ωστόσο, σε ό,τι αφορά την ενότητα του ελληνικού χρέους, τα χαρακτηριστικά του είναι αυτά που καλύπτουν το σκέλος της βιωσιμότητας, καθώς ο όγκος μπορεί να είναι μεγάλος, αλλά από την άλλη διαθέτει μεγάλη ωρίμανση ενώ μεγάλο μέρος του καλύπτεται από τον ESM και από το EFSF, κάτι που συνεπάγεται χαμηλότερες πιέσεις αποπληρωμής. Επιπλέον, μια πιθανή αύξηση των επιτοκίων περνά πολύ αργά στη βιωσιμότητα του χρέους και μπορεί να αποτελέσει απλώς μια ένδειξη ότι η αγορά μπορεί να χάνει σε επίπεδο εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με αναλυτές ξένων οίκων, μια αύξηση των επιτοκίων σε ένα καλό μακροοικονομικό περιβάλλον είναι καλό για τα spreads και το creditworthiness της χώρας, ενώ η πτώση των τιμών των ελληνικών ομολόγων, χωρίς να υπάρχει ο φόβος για ακραίες μεταβολές, είναι κάτι αναμενόμενο από τη στιγμή που ενισχύεται το bund.

Παράλληλα, οι ίδιοι διατηρώντας την ανωνυμία τους, εκτιμούν μιλώντας στο insider.gr, πως θα υπάρξει μια «γέφυρα» μεταξύ του PEPP (μετά τη λήξη του) και του κανονικού QE της ΕΚΤ, με αυξομειώσεις μεταξύ των προγραμμάτων ώστε να παραμείνει με ένα μικρό flow η Ελλάδα, με σταδιακή μετάβαση. Από την άλλη, μπορεί να εξεταστεί από το «στρατηγείο» της Φρανκφούρτης ακόμη και το «σπάσιμο» του APP των 20 δισ. ευρώ αγορών μηνιαίως σε δύο κομμάτια, με το πρώτο να μένει ως έχει και το δεύτερο να αποτελεί μια συνέχεια του PEPP. Έτσι, θεωρούν απίθανο από την ΕΚΤ να αφήσει την Ελλάδα από τη μια στιγμή στην άλλη με μηδενικό ρυθμό αγοράς ομολόγων, τη στιγμή δε που υπάρχει ένα ισχυρό υποστηρικτικό πλαίσιο. Οι ίδιοι μάλιστα είναι κατηγορηματικοί πως η χώρα δε θα προσφύγει στις προληπτικές πιστωτικές γραμμές του ESM, λόγω πολιτικών παραμέτρων.

Ως προς το ζήτημα της επαναφοράς ενός αυστηρού δημοσιονομικού πλαισίου στην ΕΕ, οι ίδιοι υπογραμμίζουν πως «κάποια στιγμή ίσως υπάρξει μια πίεση για τον περιορισμό των ελλειμμάτων, αλλά όποια μέτρα ελήφθησαν εν μέσω πανδημίας δεν αποτελούν σταθερά items στους προϋπολογισμούς, ενώ κάποια μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης που έλαβε η Ελλάδα με μόνιμο προσανατολισμό μπορούν να υποστηριχθούν από την επικείμενη αναπτυξιακή δυναμική και την οικονομική δραστηριότητα».

Από τη μεριά του, ο Jacob Nell, επικεφαλής οικονομολόγος της Morgan Stanley για την Ευρώπη, αναμένει μιλώντας στο insider.gr περαιτέρω ευελιξία στο QE μετά τον Μάρτιο του 2022 (ορόσημο λήξης του προγράμματος), που θα επιτρέψει στην ΕΚΤ να συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα είτε μέσω μιας επέκτασης του PEPP είτε μέσω μιας προσαρμοσμένης εφαρμογής του APP. Αντίστοιχα και ο Nell δε θεωρεί πως η Ελλάδα θα προσφύγει στο πρόγραμμα του ESM, καθώς το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης περιλαμβάνει ήδη ένα σημαντικό πλέγμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και προϋποθέσεων για τη συνεχιζόμενη ροή εκταμιεύσεων, που θα πρέπει να είναι επαρκές ώστε να συμμετέχει μέσω waiver στο επόμενο QE.

Σε ερώτημα του insider.gr γύρω από το αν εντοπίζει κάποιο κίνδυνο επαναφοράς των μέτρων λιτότητας μετά το πέρας της πανδημίας, ο Nell επισημαίνει πως «μακροπρόθεσμα, ο κίνδυνος λιτότητας είναι περιορισμένος, τουλάχιστον μέχρι το 2026, όταν τα ευρωπαϊκά κεφάλαια εξαντληθούν, καθώς οι χώρες της Ευρωζώνης με υψηλά επίπεδα χρέους θα λαμβάνουν μια στήριξη της τάξεως του 2-3% του ΑΕΠ κάθε χρόνο από το Ταμείο. Αυτό θα πρέπει να αποτελέσει μια ικανή πρόσθετη στήριξη ώστε να αποφευχθεί η επιβράδυνση που οφείλεται στη δημοσιονομική εξυγίανση». Ο ίδιος εκτιμά ότι θα υπάρξει μια μεταρρύθμιση ως προς τους δημοσιονομικούς κανόνες καθιστώντας τους πιο «φιλικά» διακείμενους προς την ανάπτυξη, εστιάζοντας για παράδειγμα στον έλεγχο του τρέχοντος προϋπολογισμού, αλλά επιτρέποντας ένα υψηλότερο επίπεδο δημόσιων επενδύσεων. Πέραν αυτού, ο πληθωρισμός, σύμφωνα με τον ίδιο, θα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα στην Ευρωζώνη για κάποιο χρονικό διάστημα, υπονοώντας ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να αγοράζει κρατικά ομόλογα περιορίζοντας κάθε απότομη αύξηση στα yields που θα μπορούσε να απειλήσει τη βιωσιμότητα του χρέους.

Σε ανάλογη γραμμή κινείται και ο Daniel Lenz αναλυτής της DZ Bank, επισημαίνοντας αρχικώς πως τα ελληνικά ομόλογα έχουν επωφεληθεί σημαντικά μέσω του PEPP, δεδομένου του υψηλότερου λόγου αγορών προς εμπορεύσιμα ομόλογα σε σύγκριση με άλλες χώρες, αλλά και της διάθεσης των επενδυτών για ανάληψη μεγαλύτερου ρίσκου. Ως προς τη γραμμή νομισματικής πολιτικής που θα χαράξει σταδιακά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ο Lenz τονίζει στο insider.gr, πως μια κίνηση εξαίρεσης της Ελλάδας, από τις μελλοντικές αγορές ομολόγων στο πλαίσιο των προγραμμάτων, ενδέχεται να προκαλέσει τριγμούς που θέλει να αποφύγει η ΕΚΤ.

Από την άλλη, τα τρία κυρίαρχα σενάρια για να επιτύχει η Ελλάδα την είσοδό της στο επόμενο QE, χαρτογραφούνται είτε από την αναβάθμιση σε investment grade, είτε από την ένταξη σε πρόγραμμα για συμμετοχή μέσω waiver, όπου σύμφωνα με τον ίδιο, τα δάνεια του ESM δεν «ανάβουν το πράσινο φως», εν αντιθέσει με ένα «κανονικό» πρόγραμμα του ευρωπαϊκού μηχανισμού, είτε από την αλλαγή των κανόνων της ΕΚΤ.

Ακολουθήστε το insider.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.