Ηχηρό «καμπανάκι» για τον κίνδυνο μαζικών κρίσεων χρέους τους επόμενους μήνες κρούει σε 10σέλιδη έκθεσή του το «The Economist Intelligence Unit».

Όπως επισημαίνουν χαρακτηριστικά οι αναλυτές – και συντάκτες της εν λόγω έκθεσης – η πανδημία του κορονοϊού ανατρέπει πλήρως τα δεδομένα για την παγκόσμια οικονομία, ενώ τα έτη 2020 και 2021 θα είναι «χαμένες χρονιές» για την ανάπτυξη.

Η όποια ανάκαμψη του παγκόσμιου ΑΕΠ, σε προ κορονοϊού επίπεδα, δεν θα πρέπει να αναμένεται πριν το 2022, ενώ, όπως έχει ήδη γίνει αντιληπτό, η ανάσχεση της πανδημίας και η επανεκκίνηση των οικονομιών απαιτεί γενναία μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα.

Αδύνατο το «μαχαίρι» στις δαπάνες

Στις περισσότερες χώρες του αναπτυγμένου κόσμου έχει γίνει ορατό πως όσο περισσότερα έκτακτα μέτρα λαμβάνονται, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι δημόσιες δαπάνες και κατ’ επέκταση το δημόσιο χρέος παίρνει απότομα την ανιούσα.

Για τα περισσότερα κράτη, το κόστος εξυπηρέτησης του αυξανόμενου δημοσίου χρέους δεν συνιστά πηγή άμεσης ανησυχίας, ωστόσο τους προσεχείς μήνες οι περισσότερες κυβερνήσεις θα βρεθούν «με την πλάτη στον τοίχο» σε ό,τι αφορά τις προκλήσεις που γεννά η εκτίναξη του χρέους.

Για να περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα, οι κυβερνήσεις δεν θα μπορούν εύκολα να προβούν σε μειώσεις δαπανών, καθώς ένας νέος γύρος επιβολής μέτρων λιτότητας δεν θα λειτουργήσει θετικά. Αποτρεπτικό μοιάζει ιδιαίτερα το ενδεχόμενο μείωσης των δαπανών στους κλάδους της υγείας, καθώς η πανδημία του κορονοϊού ανέδειξε τα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας ανά τον κόσμο.

Οι περισσότερες κυβερνήσεις θα έχουν μικρά δημοσιονομικά περιθώρια για να ελιχθούν και καθώς δεν θα μπορούν να προβούν σε περικοπές δαπανών, πιθανότατα θα στραφούν στη λύση αύξησης των δημοσιονομικών εσόδων.

«Οι δημογραφικές αλλαγές ασκούσαν πιέσεις για χρόνια στις κυβερνήσεις να στραφούν στην αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων, ωστόσο η κρίση του κορονοϊού επιταχύνει τις εξελίξεις. Βέβαια δεν είναι ξεκάθαρο αν τα κράτη θα μπορέσουν τόσο γρήγορα θα αυξήσουν τους φόρους», τονίζεται, μεταξύ άλλων, στην έκθεση.

Επίσης, κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει πόσο αυξημένη ή μη θα είναι η διάθεση των επενδυτών για τα αυξημένα επίπεδα δημοσίου χρέους.

«SOS» για κρίσεις χρέους στην Ευρωζώνη

Οι συντάκτες της έκθεσης κάνουν ειδική μνεία στην Ευρωζώνη, προειδοποιώντας πως είναι ορατός ο κίνδυνος αναζωπύρωσης μιας κρίσης χρέους, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη το γεγονός πως χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, βίωσαν από τα ισχυρά «χτυπήματα» της πανδημίας. «Ιταλία και Ισπανία παρουσίαζαν αδύναμη δημοσιονομική εικόνα πολύ πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, ενώ πολλά κράτη του ευρωπαϊκού Νότου ακόμη βρίσκονταν σε φάση ανάκαμψης μετά από χρόνια λιτότητας και υψηλού χρέους», τονίζεται στην έκθεση.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να παρέμβει άμεσα και να αναχαιτίσει μια εκκολαπτόμενη κρίση χρέους, ωστόσο η αναταραχή στις διεθνείς αγορές δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί. Επομένως, κρίνεται εύκολη η μετάδοση μιας κρίσης χρέους σε ολόκληρο τον κόσμο.

Σε δεινή θέση οι πιο φτωχές χώρες

Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι πιο φτωχές χώρες του πλανήτη αναμένεται να βγουν από την κρίση του κορονοϊού ακόμη πιο υπερχρεωμένες, καθώς, οποιαδήποτε νέα χρηματοδότηση λάβουν, είτε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είτε από την Παγκόσμια Τράπεζα, αυτή θα «φουσκώσει» τους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Η επόμενη μέρα για τις αναδυόμενες χώρες δεν θα είναι εύκολη, ενώ τα πακέτα στήριξης από τη G20 δεν αρκούν. Το δημόσιο χρέος θα είναι εδώ και ολοένα και θα αυξάνεται.

«Χρεοκοπίες κρατών μπορεί να μην σημειωθούν το 2020, ωστόσο δεν μπορούν να αποκλειστούν τα επόμενα χρόνια, κυρίως σε ό,τι αφορά τις πιο φτωχές χώρες του πλανήτη», καταλήγει η έκθεση.