Του Γιώργου Χατζηιωάννου

Κορυφαία για την προστασία του πλανήτη μας από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, για την μετάβαση της ανθρωπότητας στις καθαρές μορφές ενέργειας, αλλά και για τη λήψη διορθωτικών μέτρων εκ μέρους της βιομηχανίας πετρελαίου, θεωρείται η παρέμβαση της Καθολικής Εκκλησίας την εβδομάδα που διανύουμε. Ο καθολικισμός αποτελεί ένα από τα πλέον σημαντικά υπόβαθρα του δυτικού πολιτισμού και ως εκ τούτου ασκεί τεράστια επιρροή σε κυβερνήσεις και λαούς και μπορεί να αλλάξει παγκόσμιες νοοτροπίες σε βαθμό μεγαλύτερο ακόμη και από διεθνείς συμφωνίες όπως η Συνθήκη του Παρισιού για το Κλίμα, ή οι αποφάσεις αρχηγών υπερδυνάμεων όπως αυτή του Ντόναλντ Τραμπ που διαφωνεί με τη λήψη άμεσων μέτρων για την προστασία του πλανήτη από την μόλυνση του περιβάλλοντος.

Πράγματι, μετά τη γνωστή προειδοποίηση του Πάπα Φραγκίσκου το 2015 περί της περιβαλλοντολογικής πρόκλησης που απειλεί την  ανθρωπότητα, το Βατικανό φέρνει σήμερα σε επαφή ανώτερα λαϊκά στελέχη και κληρικούς του με πάνω από 40 ανώτατα διευθυντικά στελέχη της παγκόσμιας ενέργειας και των επενδυτικών οργανισμών, στα πλαίσια  ενός «ασυνήθιστου» , όπως χαρακτηρίζεται από τους Financial Times κληρικολαϊκού συνεδρίου με τίτλο «Η Ενεργειακή Μετάβαση και το Κοινό μας Σπίτι», που θα φιλοξενηθεί στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Notre Dame. Επιπλέον, ήδη δεκάδες καθολικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων τριών μεγάλων καθολικών τραπεζών και του φιλανθρωπικού οργανισμού του Βατικανού Caritas Internationalis, τάσσονται υπέρ της στροφής στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και της μείωσης των εκπομπών ρύπων από τους παραγωγούς και χρήστες των υδρογονανθράκων.

Η άσκηση πίεσης εκ μέρους του Βατικανού εκφράζεται με τη μορφή της έκκλησης για διάλογο, τη συνεργασία και την κοινή προσπάθεια της ενεργειακής βιομηχανίας, των κυβερνήσεων, των ΜΚΟ και της Εκκλησίας, για την επίλυση του προβλήματος της μόλυνσης της ατμόσφαιρας. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η εκκλησιαστική παρέμβαση δεν έχει ομοιότητες με την απόπειρα δικαστικής διεκδίκησης τεράστιων αποζημιώσεων από τις πετρελαϊκές  εταιρείες εκ μέρους των Δήμων της Νέας Υόρκης και πόλεων της Καλιφόρνιας, που ακολουθούν το μοντέλο των αποζημιώσεων δισεκατομμυρίων εκ μέρους των καπνοβιομηχανιών των ΗΠΑ πριν αρκετά χρόνια.

Έτσι, η μεγάλη αμερικανική εταιρεία ExxonMobil που θα λάβει μέρος στο συνέδριο του Βατικανού, έθεσε σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωσή της πριν λίγες μέρες, στις 22 Μαίου, συγκεκριμένους στόχους μείωσης της μόλυνσης που προκαλεί στην ατμόσφαιρα μέχρι το 2020, όπως η κατά 15% μείωση της έκκλησης μεθανίου και η κατά 25% μείωση της καύσης πλεονάζοντος αερίου στα εργοστάσιά της.

Η ExxonMobil περιλαμβάνεται μαζί με τις BP, Royal Dutch Shell καιTotal στις 8 μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες που υπέγραψαν πέρυσι πακέτο μέτρων για τη μείωση της έκκλησης του μεθανίου στην ατμόσφαιρα, με την ΒΡ  να υπόσχεται μηδενική αύξηση μολυσματικών εκπομπών μέχρι το 2025. Η Exxon έχει ήδη μειώσει τις εκπομπές της κατά 2% το 2017 και εκδήλωσε διαφωνία ως προς την ισοπεδωτική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ στο θέμα, ενώ η σχεδιαζόμενη μείωση κατά 25% της καύσης αερίων στην ατμόσφαιρα αναμένεται να επιτευχθεί κυρίως στα εργοστάσιά της στην Αφρική, όπου το πλεονάζον αέριο μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω.

Ασφαλώς δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως, οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρίες ένοχες για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και των ακραίων και καταστροφικών καιρικών φαινομένων. Οι συνέπειες από την υπερβολική χρήση του άνθρακα, οι ελλιπείς πολιτικές για την εξοικονόμηση της ενέργειας, η ανεπαρκής κουλτούρα ανακύκλωσης, οι εκπομπές CO2, η ρίψη πλαστικών ανεξέλεγκτα στο περιβάλλον, οι δασικές πυρκαγιές, ακόμη και τα χημικά που χρησιμοποιούνται στα νοικοκυριά, τη γεωργία και πολλές άλλες δραστηριότητες, προκαλούν ανεπανόρθωτες καταστροφές στην ποιότητα της ατμόσφαιρας και του περιβάλλοντος γενικότερα. Είναι σαφές ότι είναι λαϊκισμός να επιδιώκεται η μονομερής  χρέωση της υποβάθμισης του περιβάλλοντος στην πετρελαϊκή βιομηχανία. Για να βελτιωθεί η ποιότητα της ατμόσφαιρας και να επιστρέψει η γη στην κατάσταση που ήταν πριν τη βιομηχανική επανάσταση, θα πρέπει να συμβούν κοσμογονικές αλλαγές στον πολιτισμό μας, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, και οι λαοί δεν είναι έτοιμοι γι αυτές, παρά τις βερμπαλιστικές και σίγουρα υποκριτικές εξάρσεις τους.

Στο πλαίσιο αυτό πρωτοβουλίες όπως της ExxonMobil και των υπολοίπων εταιρειών πετρελαίου, καθώς και άλλες όπως της Καθολικής Εκκλησίας που προφανώς θέλει να εμφανιστεί ότι συμμετέχει ενεργά στην επίλυση των μεγάλων προβλημάτων της ανθρωπότητας, είναι πολύτιμες και  ενδεικτικές της βούλησης όχι μόνο των παγκόσμιων κολοσσών, αλλά και όλης της πετρελαϊκής βιομηχανίας να συμβάλει στους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού.

Από αυτές τις καθοριστικές για το μέλλον του πλανήτη διεργασίες, άξια λόγου είναι και η ελληνική συμβολή του Ομίλου Ελληνικά Πετρέλαια, μέσω της ενεργής συμμετοχής του εδώ και δεκαετίες ως μέλους του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Πετρελαϊκών Εταιρειών Διύλισης, FuelsEurope. Τα Ελληνικά Πετρέλαια, στο ίδιο τραπέζι της FuelsEurope με όλες τις εταιρείες-μέλη που λειτουργούν διυλιστήρια στην Ευρώπη, άρα και τους διεθνείς κολοσσούς όπως η ExxonMobil, Total, BP, SHELL, ENI, REPSOL και Lucoil, έχουν ξεκινήσει εδώ και ένα χρόνο να διαμορφώνουν  ρεαλιστικές προτάσεις για τη μετάβαση στην Οικονομία Χαμηλού Άνθρακα και να προβάλουν την στρατηγική και το όραμά τους για το 2050.

Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου είναι πολύ σημαντικός, καθώς σε αυτόν συμμετέχουν όλες οι εταιρείες που λειτουργούν διυλιστήρια στην Ευρώπη, άρα και οι παγκόσμιοι κολοσσοί όπως οι προαναφερθεισες ExxonMobil, Total, BP, SHELL, ENI, REPSOL και Lukoil.

Καθώς η Ευρώπη κατέχει  πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιβαλλοντική πολιτική και στον αγώνα κατά της Κλιματικής Αλλαγής, έτσι και ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος των πετρελαϊκών εταιρειών θεωρεί ότι έχει υποχρέωση να συμβάλει σε αυτήν την ευρωπαϊκή πρωτοπορία, αποτελώντας καθοριστικό κρίκο της αλυσίδας στη μετάβαση προς την Οικονομία Χαμηλού Άνθρακα ή/και στην Οικονομία του “Net-Zero GHG Emissions” για το 2050. 

Η υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκές πολιτικές  που θα οδηγήσουν στους στόχους για το 2050, θα δώσουν το στίγμα και θα στρέψουν ακόμη περισσότερο τη βιομηχανία στις επενδύσεις που θα απαιτηθούν.  

Στις σημαντικές αυτές διεργασίες για τον καθορισμό της στρατηγικής  και του Οράματος της  Ευρωπαϊκής Διύλισης,  τον Όμιλο Ελληνικά Πετρέλαια εκπροσωπεί στον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο Διύλισης FuelsEurope, με ενεργό ρόλο, η Διευθύντρια Ενεργειακής Πολιτικής και Διεθνώς Σχέσεων του Ομίλου κα Λιάνα Γούτα, ως μέλος του Issue Management Committee  του Συνδέσμου και αναπληρωματικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. 

Σημειώνεται ενδεικτικά ότι το «Όραμα 2050» της ευρωπαϊκής Διύλισης ανακοινώθηκε επίσημα από την FuelsEurope στη Σόφια στις 19/4/2018, παράλληλα με το Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας της ΕΕ, ενώ μόλις μία ημέρα πριν ο Γεν.Διευθυντής της FuelsEurope, John Cooper, παρουσίασε το Όραμα σε κλειστή ενημερωτική συνάντηση που διοργάνωσε ο Όμιλος ΕΛΠΕ για δημοσιογράφους από όλες τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται εμπορικά ο Όμιλος.