Έντονη ανησυχία έχει προκαλέσει στα κλιμάκια του Υπουργείου Οικονομικών η περιορισμένη ανταπόκριση των «κόκκινων» οφειλετών στην πλατφόρμα πρώτης κατοικίας που λειτουργεί ήδη οκτώ μήνες αλλά έχει φέρει φτωχά αποτελέσματα.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μόνο οι μισοί από τους 130.000 οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια έχουν κάνει εγγραφή την ηλεκτρονική πλατφόρμα. Από αυτούς, το 1/3 δεν συναινεί στην άρση του απορρήτου, το οποίο επιτρέπει στις τράπεζες να ελέγξουν τα υπόλοιπα των οφειλετών στις υπόλοιπες τράπεζες ώστε να εντοπίσουν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Το «στοίχημα» εντοπισμού των στρατηγικών κακοπληρωτών επαναφέρει το ΥΠΕΝ στην προσπάθειά του να αποτρέψει μαζικούς πλειστηριασμούς ακινήτων μετά την εκπνοή του πλαισίου προστασίας της πρώτης κατοικίας τον Μάιο. Παρότι οι τράπεζες εκτιμούν ότι 1 στους 3 δανειολήπτες είναι στρατηγικός κακοπληρωτής, δεν έχει σταθεί δυνατό αυτοί να εντοπιστούν και να οδηγηθούν στοχευμένα στο «ηλεκτρονικό σφυρί».

Ακόμη, πάντως, και από όσους συναινούν στην άρση του απορρήτου τους στην πλατφόρμα, μόνο 1 στους 20 πάτησε το κουμπί «Υποβολή» για να στείλει την αίτησή του προς επεξεργασία. Ένας λόγος είναι, ενδεχομένως, η πολυπλοκότητα της διαδικασίας. Ωστόσο, μπροστά στον κίνδυνο του πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, και στο δέλεαρ της κρατικής επιδότησης δόσης που αγγίζει το 50%, είναι απορίας άξιον που δεν έχει αξιοποιηθεί το ευνοϊκό μέτρο.

Συνολικά, από τις 130.000 πρώτες κατοικίες που θα μπορούσαν να έχουν υπαχθεί στον νόμο, έχουν γίνει αποδεκτές από τους δανειολήπτες μόνο 315 προτάσεις ρύθμισης και έχει δοθεί κρατική επιδότηση μόλις σε 209 πολίτες. Καθώς ο Μάιος πλησιάζει και η αβεβαιότητα σχετικά με τα σχέδια των funds που αγοράζουν σωρηδόν τα κόκκινα δάνεια από τις τράπεζας να φουντώνει στην κυβέρνηση, γίνεται μια ύστατη προσπάθεια πίεσης των τραπεζών να συνάπτουν ρυθμίσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του β΄εξαμήνου του 2019, ρυθμίστηκαν 100.000 κόκκινα δάνεια συνολικού ύψους 3 δισ. ευρώ. Δεδομένου, όμως, ότι μόνο φέτος θα μεταβιβαστούν στα funds NPEs ύψους 30 δισ. ευρώ μέσω των τιτλοποιήσεων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται για «σταγόνα στον ωκεανό».

Το ερώτημα είναι εάν, μετά τη μεταβίβαση του χρέους των ιδιωτών προς τις τράπεζες μέσω του «Ηρακλή» φέτος, τα funds θα ακολουθήσουν ένα μακροχρόνιο μοντέλο είσπραξης ταμειακών ροών μέσω βιώσιμων ρυθμίσεων (και κουρέματος) ή εάν προσβλέπουν στην κατοχύρωση βραχυχρόνιων κερδών που προκύπτουν από την πολύ χαμηλή τιμή αγοράς των επισφαλών απαιτήσεων από τις τράπεζες.