Διατηρήσιμη κερδοφορία, αυξανόμενες διανομές κεφαλαίου προς τους μετόχους και ελκυστικές αποτιμήσεις σε σχέση με τις ομοειδείς τράπεζες της Νότιας Ευρώπης, συνδυάζουν οι ελληνικές τράπεζες, όπως εκτιμούν οι αναλυτές της Optima.
Οι ίδιοι προχωρούν μάλιστα σε αναβάθμιση των εκτιμήσεών τους και των τιμών στόχων, μετά το ισχυρό πρώτο τρίμηνο. Συγκεκριμένα, διατηρώντας τη σύσταση buy, αυξάνουν την τιμή στόχο για την Alpha στα 4,79 από 4,29 ευρώ, για την Eurobank στα 5,05 ευρώ από 4,60, για την Εθνική στα 18,10 ευρώ από 15,83 ευρώ και για την Πειραιώς στα 10,52 από 9,66 ευρώ. Η Optima προβλέπει απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) 13%-16,5% έως το 2028 και μέση ετήσια αύξηση κερδών ανά μετοχή περίπου 10% την περίοδο 2026-2028.
Morgan Stanley: Ξεκινά κάλυψη για τις ελληνικές τράπεζες με overweight - Ποια είναι τα top picks
Η κερδοφορία του κλάδου στηρίζεται σε υψηλή μονοψήφια αύξηση των χορηγήσεων (5%-7% ετησίως), κυρίως από εταιρικά δάνεια και επενδυτικά έργα. Η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους γίνεται ολοένα και περισσότερο αποτέλεσμα της αύξησης των όγκων, ενώ τα έσοδα από προμήθειες αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, ενισχυόμενα από το bancassurance και τη στροφή προς υπηρεσίες διαχείρισης κεφαλαίων. Παράλληλα, η ισχυρή αποδοτικότητα κόστους (δείκτης κόστους προς έσοδα 35%-36%) και το περιορισμένο κόστος κινδύνου (40-50 μονάδες βάσης) στηρίζουν διατηρήσιμες αποδόσεις και διψήφια αύξηση κερδών.
Σύμφωνα με την Optima, οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και παράγουν σημαντικό οργανικό κεφάλαιο, γεγονός που επιτρέπει μεγαλύτερες διανομές στους μετόχους. Οι αποδόσεις από μερίσματα και επαναγορές ιδίων μετοχών εκτιμώνται στο 6%-9% τα επόμενα τρία χρόνια, με ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στα μετρητά μέσω μερισμάτων.
Η Optima υποστηρίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount έναντι των τραπεζών της Νότιας Ευρώπης, τόσο σε όρους δείκτη P/E για το 2026 (9x-11x έναντι περίπου 11x) όσο και σε όρους P/TBV (1,09x-1,54x έναντι 1,95x).
Θετικοί καταλύτες θεωρούνται:
-- πιθανή διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων λόγω επίμονου πληθωρισμού,
-- η ισχυρή ζήτηση εταιρικών δανείων,
-- η ένταξη της ελληνικής αγοράς στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών των STOXX, FTSE και MSCI,
-- η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή.
Κίνδυνοι αποτελούν η γεωπολιτική αβεβαιότητα και ο εκλογικός κύκλος, οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν το επενδυτικό κλίμα χωρίς όμως να αλλάζουν τη θεμελιώδη εικόνα του κλάδου.



