Μπορεί η κυβέρνηση να αποφάσισε να προβεί μονομερώς σε κατάθεση του νομοσχεδίου για την πρώτη κατοικία αύριο, Παρασκευή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το θέμα θα κλείσει γρήγορα.

Όλα δείχνουν ότι ούτε η κυβέρνηση, αλλά ούτε οι Θεσμοί, προσδοκούν σε άμεση ψήφιση του νέου Νόμου Κατσέλη και οι πυρετώδεις διαβουλεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και ΕΚΤ θα συνεχιστούν μέχρις ότου υπάρξει συμφωνία στη δευτερογενή νομοθεσία, σύμφωνα με πληροφορίες του insider.gr. 

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή ο νόμος ψηφιστεί χωρίς τη συγκατάθεση των Θεσμών, οι επιπτώσεις θα είναι σοβαρές, με κυριότερη τη μη εκταμίευση του 1 δισ. στο επόμενο Eurogroup, αλλά και τη μη επικύρωση των μέτρων ελάφρυνσης για το χρέος από τους Ευρωπαίους εταίρους. Όπως επισημαίνεται σε προηγούμενο δημοσίευμα, μπορεί η χώρα να μην χρειάζεται τη ρευστότητα της εν λόγω εκταμίευσης, όμως κινδυνεύει με τη στάση της αυτή να στείλει ένα πολύ αρνητικό μήνυμα στις αγορές ότι δεν είναι αποφασισμένη να τηρήσει τις μεταμνημονιακές της δεσμεύσεις.

Από την πλευρά τους οι Θεσμοί θεωρούν ότι έχουν κάνει σημαντική υποχώρηση με την ανανέωση της προστασίας για την πρώτη κατοικία, η οποία τυπικά έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2018. Παρότι η χώρα δεν υποχρεούνται να παίρνει το «πράσινο φως» για κάθε νομοθεσία με δημοσιονομική ή άλλη οικονομική επίδραση, όπως συνέβαινε όταν βρισκόταν σε πρόγραμμα, όμως θεωρείται αναγκαίο να έχει τους δανειστές με το πλευρό της για μια ομαλή μεταμνημονιακή πορεία -όπως τουλάχιστον θεωρούν από την πλευρά τους οι Θεσμοί.

Στη χθεσινή του ομιλία στη διάρκεια του συνεδρίου που διοργάνωσαν η Κομισιόν και το ΙΟΒΕ, ο επικεφαλής της αποστολής της Κομισιόν στην Ελλάδα, Ντεκλάν Κοστέλο, μίλησε με θετικά λόγια για το πρώτο εξάμηνο της χώρας εκτός προγράμματος και χαιρέτισε την παραμονή της σε μεταρρυθμιστική πορεία. Δεν θα είναι προς όφελος κανενός να χαλάσει το καλό κλίμα που έχει δημιουργηθεί, αναφέρουν πηγές προσκείμενες στις Βρυξέλλες.

Γιατί «στηλώνει τα πόδια» η ΕΚΤ

Ο πιο σκληρός συνομιλητής της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις για την προστασία της πρώτης κατοικίας δεν είναι άλλος από τον εποπτικό μηχανισμό της ΕΚΤ (SSM), ο οποίος επιμένει ιδιαίτερα στον κίνδυνο διάβρωσης της κουλτούρας των πληρωμών με αποτέλεσμα να «μπλοκάρει» μέχρι σήμερα το σχέδιο της κυβέρνησης.

Το ότι κυβέρνηση και τράπεζες συμφώνησαν σε ένα σχέδιο δεν σημαίνει ότι αυτό πρέπει να γίνει αποδεκτό από τους Θεσμούς, αναφέρουν οι ίδιες πηγές. Μέσω της κρατικής επιδότησης, οι τράπεζες θα εισπράττουν στα ταμεία τους 200 εκατ. ευρώ ετησίως, συν το διπλάσιο -περίπου- ποσό από το τμήμα που θα πληρώνει ο οφειλέτης. Αυτό σημαίνει ότι προσβλέπουν σε σημαντικές εισροές στα ταμεία τους και «πρασίνισμα» μεγάλου όγκου δανείων σε βάθος ενός έτους, γεγονός που μπορεί να βάζει στο… περιθώριο για εκείνες την κουλτούρα των πληρωμών, σημειώνουν.

Επιπλέον, ο νόμος για την προστασία της κατοικίας έχει άμεση επίπτωση στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών και αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να διαβουλευτεί με την ΕΚΤ για το ζήτημα αυτό. Τέλος, το νομοσχέδιο θα πρέπει να κατατεθεί στην Επιτροπή Ανταγωνισμού της ΕΕ (DG Comp) για το θέμα της κρατικής επιδότησης, ώστε να αποφανθεί ότι δεν συνιστά κρατική βοήθεια. Αυτό σημαίνει ότι οι Θεσμοί έχουν έναν… άσσο στο μανίκι τους σε περίπτωση που η κυβέρνηση κινηθεί μονομερώς έως το τέλος.

Ένα τελευταίο ζήτημα στο οποίο «κλωτσάνε» οι δανειστές δεν είναι άλλο από τα επιχειρηματικά δάνεια. Αυτό που εξηγούν ότι είναι οι επιπτώσεις από την προστασία των στεγαστικών δανείων μπορούν να υπολογιστούν, λόγω του προηγούμενου καθεστώτος. Η ένταξη, όμως, των επιχειρηματικών δανείων στο καθεστώς προστασία αποτελεί νέα «άσκηση επί χάρτου» που καθυστερεί τις διαδικασίες εκ μέρους των Θεσμών.

Παρά τις σοβαρές εκκρεμότητες, πάντως, διατυπώνεται αισιοδοξία εκ μέρους των εμπλεκόμενων μερών ότι είναι δυνατή μια συμφωνία έως το Eurogroup της 5ης Απριλίου, με το EWG την ερχόμενη Δευτέρα να αποτελεί ένα χρήσιμο «σκαλοπάτι» για την οριστικοποίηση τεχνικών ζητημάτων -τα οποία είναι και αυτά που προκαλούν «πονοκέφαλο» στους Θεσμούς.