«Απόβαση» σε ΗΠΑ, Αυστραλία και Ιαπωνία σχεδιάζει η βρετανική ψηφιακή τράπεζα Revolut εντός του 2020, επεκτείνοντας παράλληλα το δίκτυό της σε 55 χώρες, από 35 που είναι σήμερα.

Η «πρώτη πραγματικά παγκόσμια τράπεζα», όπως αυτοαποκαλείται, ξεκίνησε τη λειτουργία της το 2015 και έκτοτε αναπτύχθηκε με αλματώδεις ρυθμούς, ανοίγοντας 25.000 λογαριασμούς κάθε μέρα. Στα τέσσερα χρόνια της λειτουργίας της έχει προσελκύσει κεφάλαια 336 εκατ. ευρώ από την επενδυτική κοινότητα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε κατά την επίσκεψή της στην Αθήνα η Έλενα Λαβέντζι, επικεφαλής Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Revolut αριθμεί σήμερα 9 εκατ. πελάτες λιανικής και 250.000 εταιρικούς πελάτες και απασχολεί 2.000 εργαζομένους.

Στις αγορές της Ελλάδας, της Κύπρου και της Μάλτας, η challenger bank διαθέτει 400.000 χρήστες, με τους μεγαλύτερους βαθμούς διείσδυσης να καταγράφονται στη Μάλτα και την Κύπρο, οι οποίες διατηρούν την 1η και 4η θέση στην αντίστοιχη κατάταξη. 

Στο επίκεντρο της στρατηγικής της Revolut βρίσκεται, σύμφωνα με την κ. Λαβέντζι, το «European Growth Mechanism», η «ατμομηχανή» της ανάπτυξής της στην Ευρώπη με δημιουργία τοπικών ομάδων ανά χώρα -κάτι που θα συμβεί και στην Ελλάδα. Προς το παρόν, το «στρατηγείο» της Νοτιονατολικής Ευρώπης βρίσκεται στην Ιταλία και συγκεκριμένα το Μιλάνο, ενώ σύντομα η ψηφιακή τράπεζα θα ενισχύει σημαντικά τα γραφεία της στην Πορτογαλία και, συγκεκριμένα, το Πόρτο.

Ο μέσος όρος ηλικίας των χρηστών της Revolut είναι 34 έτη με τη φιλοσοφία της να επικεντρώνεται στη δημιουργία μιας τράπεζας για τους «φανατικούς» ταξιδιώτες. Για τον λόγο αυτό, εγγυάται το χαμηλότερο κόστος μετατροπής συναλλάγματος μέσω των ΑΤΜ σε όλον τον κόσμο, καθώς και πρόσθετες παροχές για τους κατόχους μεταλλικής κάρτας, όπως η χρήση των lounge στα αεροδρόμια. 

Επόμενος στόχος για τη βρετανική fintech είναι να ενισχύει ακόμη περισσότερο την αφοσίωση των χρηστών της, προσφέροντας λειτουργίες που θα διευκολύνουν την καθημερινότητά τους «από το πρωί έως το βράδυ», σύμφωνα με την κ. Λαβέντζι.