Την πολυπόθητη έγκριση της αρμόδιας κινεζικής επιτροπής για εισαγωγή στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, έλαβε η εταιρεία μόδας Shein και έτσι ανοίγει ο δρόμος για αρχική δημόσια προσφορά (IPO), έπειτα από τις αποτυχημένες προσπάθειες εισαγωγής στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο.
Η Shein, που ιδρύθηκε το 2012 από τον Κινέζο επιχειρηματία Sky Xu, θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου παγκοσμίως. Ωστόσο, η κινεζική κυβέρνηση αντιμετώπισε την εισαγωγή της με επιφυλακτικότητα λόγω πολιτικής ευαισθησίας και διαφόρων αμφιλεγόμενων υποθέσεων, όπως καταγγελίες για κακές εργασιακές συνθήκες στα εργοστάσια προμηθευτών της στην Κίνα, καθώς και έρευνες σχετικά με τις επιχειρηματικές της πρακτικές.
Μετά την έγκριση της CSRC, η εταιρεία μπορεί να ξεκινήσει παρουσιάσεις σε επενδυτές και να προετοιμαστεί για την τελική αξιολόγηση από το Χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ. Η δημόσια εγγραφή εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο του 2026.

Η αποτίμηση της Shein έχει μειωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Από περίπου 100 δισ. δολάρια το 2022, υποχώρησε στα 66 δισ. το 2023 και πλέον εκτιμάται ότι θα κυμανθεί μεταξύ 40 και 50 δισ. δολαρίων. Η πτώση αποδίδεται στην υποχώρηση της έκρηξης του ηλεκτρονικού εμπορίου μετά την πανδημία, αλλά και στις αλλαγές της αμερικανικής νομοθεσίας που περιόρισαν τα φορολογικά πλεονεκτήματα για μικρές εισαγωγές. Η εταιρεία σχεδιάζει να διαθέσει έως και το 8% των μετοχών της, αν και το τελικό ποσοστό ενδέχεται να είναι μικρότερο.
Η πορεία προς την εισαγωγή στο χρηματιστήριο αναδεικνύει τις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ Κίνας και Δύσης, καθώς και τον αυστηρότερο έλεγχο του Πεκίνου στις υπεράκτιες εισαγωγές κινεζικών επιχειρήσεων. Παρότι η Shein μετέφερε την έδρα της στη Σιγκαπούρη το 2022, εξακολουθεί να υπάγεται στους κινεζικούς κανόνες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της πραγματοποιείται στην Κίνα.
Παρά τη μεγάλη εμπορική της επιτυχία σε περίπου 150 χώρες, η εταιρεία εξακολουθεί να δέχεται έντονη κριτική για τις εργασιακές συνθήκες στην εφοδιαστική της αλυσίδα, τις πρακτικές συλλογής δεδομένων, τις παραπλανητικές εκπτώσεις και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του επιχειρηματικού της μοντέλου. Η ίδια δηλώνει ότι εφαρμόζει πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι στις εργασιακές παραβιάσεις και επενδύει σε μηχανισμούς διαχείρισης κινδύνων. Παράλληλα, βρίσκεται αντιμέτωπη με έρευνες και πρόστιμα στην Ευρώπη, ενώ οι ΗΠΑ και η ΕΕ εξετάζουν αυστηρότερα μέτρα για τις εισαγωγές προϊόντων χαμηλής αξίας.



