Η αυστηροποίηση του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου για τα πλαστικά επιταχύνει την πράσινη μετάβαση, όμως η βιομηχανία προειδοποιεί ότι χωρίς ισότιμους όρους ανταγωνισμού, αποτελεσματικούς ελέγχους στα εισαγόμενα προϊόντα και ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, η παραγωγή κινδυνεύει να μετακινηθεί εκτός Ευρώπης. Το αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζουν οι επιχειρήσεις του κλάδου τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα μπορούσε να είναι η αποδυνάμωση της ίδιας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, χωρίς ουσιαστικό περιβαλλοντικό όφελος.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της τελευταίας δεκαετίας. Από τη μία πλευρά καλείται να υλοποιήσει μια φιλόδοξη πράσινη μετάβαση, επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες, ανακύκλωση, ιχνηλασιμότητα και συμμόρφωση με ένα ολοένα αυστηρότερο κανονιστικό πλαίσιο. Από την άλλη, επιχειρεί να ανταγωνιστεί εισαγόμενα προϊόντα τα οποία δεν υπόκεινται πάντοτε στους ίδιους κανόνες, στους ίδιους ελέγχους και στο ίδιο κόστος παραγωγής. Κατ’ επέκταση, όπως υπογραμμίζουν παράγοντες της ελληνικής αγοράς, το ισχύον πλαίσιο ίσως να ευνοεί την εισαγωγή ρύπων (μέσω αμφίβολης ποιότητας πλαστικών) και να ροκανίζει τα θεμέλια της ευρωπαϊκής βιομηχανίας η οποία καλείται να συμμορφωθεί με αυστηρούς κανόνες, να αναλάβει το κόστος συμμόρφωσης και τελικά, να χάσει μερίδιο αγοράς λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν εκπρόσωποι της βιομηχανίας πλαστικών, το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής παραγωγής, σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές κρίσεις, το ενεργειακό κόστος και η αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες αυξάνουν ακόμη περισσότερο τις πιέσεις.
Από τη Μέση Ανατολή στην ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ), οι τελευταίοι μήνες επιβεβαίωσαν ότι ακόμη και όταν μια γεωπολιτική κρίση αποκλιμακώνεται, οι επιπτώσεις της στην παραγωγή δεν εξαφανίζονται άμεσα. Οι διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών (οι οποίες αυξήθηκαν έως και 100% κατά την περίοδο της κρίσης), οι δυσκολίες στον προγραμματισμό της παραγωγής και οι αναταράξεις στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελούν πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Ο πρόεδρος του ΣΒΠΕ, Παναγιώτης Γεροντόπουλος, επισημαίνει ότι η ελληνική βιομηχανία έχει αποδείξει πως μπορεί να προσαρμόζεται σε αλλεπάλληλες κρίσεις, από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση έως τις πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η διαρκής προσαρμογή δεν μπορεί να αποτελεί μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης. Όπως σημειώνει, απαιτείται σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον, ουσιαστικές παρεμβάσεις για τον περιορισμό του ενεργειακού κόστους και έμπρακτη στήριξη της μεταποίησης και της ανακύκλωσης, ώστε οι επιχειρήσεις να συνεχίσουν να επενδύουν και να παραμένουν ανταγωνιστικές.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών μπροστά στο τεστ της ανταγωνιστικότητας
Οι προβληματισμοί που διατυπώνει η ελληνική βιομηχανία δεν αποτελούν μεμονωμένη περίπτωση. Αντίθετα, αντανακλούν μια ευρύτερη ανησυχία που διαπερνά σήμερα το σύνολο της ευρωπαϊκής μεταποίησης πλαστικών, καθώς η πίεση από το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις νέες κανονιστικές απαιτήσεις και τον διεθνή ανταγωνισμό εντείνεται.
Το κλίμα αυτό κυριάρχησε και στις εργασίες της πρόσφατης Γενικής Συνέλευσης της EuPC (Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Μεταποιητών Πλαστικών), στην οποία συμμετείχε ο αντιπρόεδρος του ΣΒΠΕ, Στέλιος Κακουλίδης. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, η διαρκής αύξηση των κανονιστικών απαιτήσεων και η επιτάχυνση νέων υποχρεώσεων, όπως ο PPWR, οι ρυθμίσεις για τα μικροπλαστικά και οι απαιτήσεις για ιχνηλασιμότητα σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, αυξάνουν σημαντικά το κόστος συμμόρφωσης. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν συνοδεύονται πάντοτε από ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τα εισαγόμενα προϊόντα.
Η ιχνηλασιμότητα και οι έλεγχοι "δύο ταχυτήτων"
Σε ένα εργαστήριο, μπορεί να εντοπιστεί η παρουσία πλαστικού ως υλικού σε ένα προϊόν αλλά δεν μπορεί να εντοπιστεί το ποσοστό. Όπως επισημαίνουν στελέχη της ελληνικής αγοράς, ο μόνος τρόπος για να εντοπιστεί η σύνθεση ενός πλαστικού είναι μέσω της ιχνηλασιμότητας. Η ιχνηλασιμότητα όμως στα διάφορα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας είναι εφικτή όταν το προϊόν παράγεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά δεν μπορεί να αξιοποιηθεί όταν πρόκειται για εισαγωγές από τρίτες χώρες.
Όπως επισημαίνει το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΒΠΕ, Λένα Μπέλση, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επενδύουν σημαντικά κεφάλαια ώστε να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει σήμερα αξιόπιστος εργαστηριακός τρόπος να επιβεβαιώνεται αν ένα εισαγόμενο πλαστικό προϊόν περιέχει πράγματι το δηλωμένο ποσοστό δευτερογενούς πρώτης ύλης. Σε συνδυασμό με τους ανεπαρκείς ελέγχους, αυτό δημιουργεί, σύμφωνα με τον ΣΒΠΕ, σοβαρό κίνδυνο περιβαλλοντικών ισχυρισμών που δεν μπορούν να επαληθευτούν και ενισχύει τον αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Οι αριθμοί που προβληματίζουν
Οι ανησυχίες αυτές συνοδεύονται πλέον και από στοιχεία του ευρωπαϊκού κλάδου. Σύμφωνα με την Plastics Europe, η παραγωγή πλαστικών στην Ευρώπη μειώθηκε από 62,3 εκατ. τόνους το 2018 σε 54,9 εκατ. τόνους το 2024, καταγράφοντας πτώση σχεδόν 12% μέσα σε έξι χρόνια.
Την ίδια περίοδο επιβραδύνθηκε σημαντικά και η ανάπτυξη της παραγωγής κυκλικών πλαστικών, καθώς ο ετήσιος ρυθμός αύξησης περιορίστηκε από 13,6% το 2022 σε μόλις 1,2% το 2024.
Κατά την εκτίμηση του κλάδου, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την ανησυχία ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να οδηγηθεί σε μια μορφή «απανθρακοποίησης μέσω αποβιομηχάνισης», όπου η παραγωγή περιορίζεται εντός Ευρώπης αλλά μεταφέρεται σε τρίτες χώρες, χωρίς αντίστοιχη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.
Οι ελληνικές θέσεις της βιομηχανίας πλαστικών στην Βουλή
Οι παραπάνω προβληματισμοί αποτυπώθηκαν και στις θέσεις που παρουσίασε ο ΣΒΠΕ στις 25 Ιουνίου 2026, κατά τη συνεδρίαση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής, με αντικείμενο τη Διεθνή Συνθήκη για τα Πλαστικά και τη μετάβαση στην κυκλική οικονομία.
Ο Σύνδεσμος υποστήριξε ότι οι πολιτικές για τα υλικά θα πρέπει να βασίζονται στην αξιολόγηση του συνολικού κύκλου ζωής τους και όχι σε οριζόντιες απαγορεύσεις, επικαλούμενος επιστημονικές μελέτες σύμφωνα με τις οποίες, στις περισσότερες εφαρμογές που εξετάστηκαν, τα πλαστικά εμφανίζουν χαμηλότερο συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα από τα εναλλακτικά υλικά.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι το μεγαλύτερο μέρος των πλαστικών που καταλήγουν στους ωκεανούς μεταφέρεται μέσω περιορισμένου αριθμού μεγάλων ποταμών, κυρίως στην Ασία και την Αφρική, υποστηρίζοντας ότι απαιτούνται περισσότερο στοχευμένες διεθνείς παρεμβάσεις στη διαχείριση απορριμμάτων.
Ο ΣΒΠΕ έθεσε ακόμη ως προτεραιότητα την ενίσχυση της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης από τις μικρές ηλικίες, γνωστοποιώντας ότι έχει ήδη καταθέσει πρόταση στο Υπουργείο Παιδείας για την εισαγωγή σχετικού γνωστικού αντικειμένου στα δημοτικά σχολεία. Παράλληλα, επανέφερε το ζήτημα του ενεργειακού κόστους, ζητώντας την ένταξη των ΚΑΔ 22 και 38 στο καθεστώς αντιστάθμισης του κόστους έμμεσων εκπομπών, καθώς τόσο η παραγωγή όσο και η ανακύκλωση πλαστικών συγκαταλέγονται στις πλέον ενεργοβόρες δραστηριότητες της μεταποίησης.
Πέρα από την δαιμονοποίηση των πλαστικών
Τα τελευταία χρόνια τα πλαστικά έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της περιβαλλοντικής συζήτησης, συχνά ταυτιζόμενα με τη ρύπανση και την κλιματική αλλαγή. Ωστόσο, η βιομηχανία πλαστικών υποστηρίζει ότι η εικόνα είναι πιο σύνθετη και ότι η αξιολόγηση ενός υλικού δεν μπορεί να γίνεται μεμονωμένα, αλλά με βάση το συνολικό περιβαλλοντικό του αποτύπωμα σε όλο τον κύκλο ζωής του. Όπως επισημαίνει ο ΣΒΠΕ, η μετάβαση σε μια πιο βιώσιμη οικονομία δεν προϋποθέτει απαραίτητα την αντικατάσταση των πλαστικών, αλλά τη χρήση τους εκεί όπου αποτελούν την περιβαλλοντικά καταλληλότερη επιλογή, την ενίσχυση της ανακύκλωσης και τη βελτίωση της κυκλικότητας των υλικών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύνδεσμος επικαλείται μελέτη της McKinsey, σύμφωνα με την οποία στις 13 από τις 14 εφαρμογές που εξετάστηκαν τα πλαστικά εμφανίζουν χαμηλότερο συνολικό ανθρακικό αποτύπωμα από τα εναλλακτικά υλικά, με μειώσεις εκπομπών από 10% έως 90%. Αντίστοιχα, πρόσφατη επιστημονική μελέτη των Πανεπιστημίων Cambridge, Sheffield και KTH καταλήγει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις η αντικατάσταση των πλαστικών από άλλα υλικά οδηγεί σε υψηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Για τον ΣΒΠΕ, τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν ότι οι πολιτικές θα πρέπει να βασίζονται στην αξιολόγηση του κύκλου ζωής των υλικών (Life Cycle Assessment) και όχι σε οριζόντιες απαγορεύσεις.



