Σαφές μήνυμα ότι οι ίδιες οι τράπεζες έχουν ήδη δρομολογήσει σημαντική επιτάχυνση της απόσβεσης των οριστικών και εκκαθαρισμένων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, μεταφέροντας τον χρονικό ορίζοντα πλήρους εξάλειψής του κατά 8-10 χρόνια νωρίτερα από το προβλεπόμενο, εκπέμπουν τραπεζικές πηγές, στον απόηχο της δημόσιας συζήτησης που έχει αναζωπυρωθεί για το θέμα.
Όπως αναφέρουν, το ισχύον πλαίσιο, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τις τροποποιήσεις του 2017, προέβλεπε την πλήρη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου έως το 2042. Ωστόσο, οι συστημικές τράπεζες, έπειτα από πολύμηνες διαβουλεύσεις με τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές, εξασφάλισαν τη δυνατότητα επιτάχυνσης της απόσβεσης, με αποτέλεσμα ο στόχος πλήρους εξάλειψης του DTC να μεταφέρεται πλέον στο 2032 - 2033.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ήδη από τη χρήση του 2025 οι τράπεζες προχώρησαν σε απόσβεση αναβαλλόμενου φόρου ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 700 εκατ. ευρώ που προέβλεπε η αρχική νομοθετική πρόβλεψη. Η πρόσθετη αυτή απόσβεση προκύπτει από τον μηχανισμό που έχει εγκριθεί από τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές, σύμφωνα με τον οποίο, πέραν της ετήσιας απόσβεσης που ορίζει ο νόμος, αφαιρείται εποπτικά και ποσό που αντιστοιχεί στο 29% των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους. Αυτό σημαίνει ότι όσο μεγαλύτερες είναι οι διανομές μερισμάτων, τόσο ταχύτερη είναι και η αποκλιμάκωση του DTC.
Τραπεζικοί κύκλοι χαρακτηρίζουν, υπό το πρίσμα αυτό, αντιφατικές τις προτάσεις που διατυπώνονται ταυτόχρονα για επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου και για περιορισμό των μερισμάτων, καθώς, όπως σημειώνουν, η διανομή μερισμάτων αποτελεί σήμερα τον βασικό μηχανισμό ταχύτερης απόσβεσης του DTC που έχει εγκριθεί από την ΕΚΤ.
Οι ίδιες πηγές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικές απέναντι σε σενάρια πλήρους απόσβεσης του DTC έως το 2028. Όπως εκτιμούν, στα τέλη του 2028 το αναπόσβεστο υπόλοιπο του αναβαλλόμενου φόρου θα εξακολουθεί να ανέρχεται περίπου στα 8 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας σε περίπου 30% των κεφαλαίων CET1 των τραπεζών. Μία τόσο βίαιη επιτάχυνση, σημειώνουν, θα δημιουργούσε ανάγκη νέων κεφαλαιακών ενισχύσεων, όχι για λόγους ανάπτυξης αλλά αποκλειστικά λόγω της μεταβολής του χρονοδιαγράμματος απόσβεσης, εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τόσο την αξιοπιστία της χώρας όσο και τις προοπτικές προσέλκυσης επενδύσεων.
Παράλληλα, τραπεζικές πηγές επιχειρούν να αποσαφηνίσουν τη φύση του αναβαλλόμενου φόρου, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για λογιστικό χειρισμό που προβλέπεται από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα και αποτυπώνει μελλοντικές φορολογικές επιβαρύνσεις ή οφέλη που προκύπτουν από διαφορές μεταξύ της λογιστικής και της φορολογικής αντιμετώπισης συγκεκριμένων οικονομικών γεγονότων. Όπως υποστηρίζουν, η ύπαρξη αναβαλλόμενου φόρου στις οικονομικές καταστάσεις μιας επιχείρησης ή μιας τράπεζας δεν συνδέεται με το εάν αυτή καταβάλλει ή όχι φόρο εισοδήματος, καθώς η φορολογική επιβάρυνση καθορίζεται αποκλειστικά από την ύπαρξη φορολογητέων κερδών.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να συμψηφίζουν τα σημερινά τους κέρδη με τις μεγάλες φορολογικές ζημίες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI), και από τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Υπενθυμίζουν, δε, ότι η δυνατότητα αναγνώρισης μέρους του αναβαλλόμενου φόρου ως εποπτικού κεφαλαίου δεν θεσπίστηκε για την προστασία των συμφερόντων των τραπεζών, αλλά σε συνθήκες βαθιάς χρηματοπιστωτικής κρίσης, όταν οι τράπεζες ανήκαν σε σημαντικό βαθμό στο Δημόσιο.
Όπως επισημαίνουν, τόσο η κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου το 2014 όσο και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2017 επέλεξαν τη συγκεκριμένη λύση προκειμένου, αφενός, να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιοι πόροι που είχαν ήδη διατεθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα μπορούσαν να παραμείνουν διαθέσιμοι για άλλες δημοσιονομικές ανάγκες και, αφετέρου, να αποφευχθούν ακόμη μεγαλύτερες κεφαλαιακές ανάγκες για το τραπεζικό σύστημα.
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, χωρίς το πλαίσιο του αναβαλλόμενου φόρου, οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών θα ήταν σημαντικά υψηλότερες, επιβαρύνοντας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το Δημόσιο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τράπεζες, σε αντίθεση με τις λοιπές επιχειρήσεις φορολογούνται με συντελεστή 29% (έναντι 22% των λοιπών εταιρειών) και επιπλέον, δεν μεταφέρουν στο τελικό καταναλωτή τον ΦΠΑ που καταβάλλουν στους προμηθευτές τους καθώς οι βασικές τραπεζικές υπηρεσίες απαλλάσσονται από ΦΠΑ. Έτσι, ο ΦΠΑ αποτελεί για αυτές πραγματικό κόστος και όχι ουδέτερο φόρο, όπως σε όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να καταβάλλουν ετησίως 350 - 400 εκατ. ευρώ που επιβαρύνουν άμεσα τα λειτουργικά τους έξοδα και αποδίδονται στον κρατικό προϋπολογισμό. Ως εκ τούτου, η συνολική φορολογική τους συνεισφορά στα δημόσια έσοδα είναι σημαντική και δεν περιορίζεται μόνο στον φόρο εισοδήματος ή σε άλλους άμεσους φόρους. Συνεπώς, η διαπίστωση ότι «οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους» είναι ανακριβής, όπως επισημαίνουν τραπεζικές πηγές και δεν αποτυπώνει το σύνολο της φορολογικής τους επιβάρυνσης. Επιπλέον δε, οι τράπεζες πληρώνουν στο Δημόσιο ετήσια αμοιβή για την εγγύηση του αναβαλλόμενου φόρου, η οποία έχει καθορισθεί με όρους αγοράς και εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ανταγωνισμού.
Συνδέουν, τέλος, την ισχυρή κεφαλαιακή θέση των τραπεζών με την ενίσχυση της οικονομίας, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την περίοδο 2022 - 2025 η Ελλάδα κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις 10,9%, τον τρίτο υψηλότερο στην Ευρωζώνη. Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι τα επιτόκια νέων στεγαστικών δανείων με σταθερό επιτόκιο πενταετίας διαμορφώνονται στο 3,16%, χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 3,43%.



