Καμπανάκι για την αυξανόμενη συγκέντρωση πιστωτικού κινδύνου στις ελληνικές τράπεζες χτυπά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σημαντικά η έκθεση σε συγκεκριμένους μεγάλους εταιρικούς οφειλέτες, εξέλιξη που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από τις διοικήσεις των τραπεζών και τις εποπτικές αρχές.
Στην τεχνική έκθεση που συνοδεύει το πρόγραμμα αξιολόγησης του ελληνικού χρηματοπιστωτικού τομέα (FSAP), το Ταμείο επαναλαμβάνει ότι η συγκέντρωση σε μεμονωμένους αντισυμβαλλομένους αποτελεί πεδίο αυξημένης ανησυχίας, καθώς το ποσοστό των μεγάλων εκθέσεων σε σχέση με το συνολικό χαρτοφυλάκιο χορηγήσεων αυξήθηκε στο 47% το δεύτερο τρίμηνο του 2025, από περίπου 21% το 2021. Παράλληλα, σημειώνει ότι η κλαδική συγκέντρωση κινδύνου παραμένει σε επίπεδα παρόμοια με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που περιορίζει τους συστημικούς κινδύνους από συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η κλαδική συγκέντρωση κινδύνου παραμένει σε επίπεδα παρόμοια με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που περιορίζει τους συστημικούς κινδύνους από συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας. Το ΔΝΤ αφιερώνει ξεχωριστή αναφορά στο ζήτημα των συγκεντρώσεων, υπογραμμίζοντας ότι, παρά το γεγονός ότι το υφιστάμενο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων είναι συνολικά ισχυρό, υπάρχουν πεδία στα οποία απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις. Ειδικότερα, εισηγείται την καθιέρωση υποχρέωσης τα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών να εγκρίνουν ρητά τα επίπεδα συγκέντρωσης κινδύνου, επισημαίνοντας ότι σήμερα δεν υφίσταται σχετική απαίτηση.
Παράλληλα, προτείνει την ευθυγράμμιση του ορισμού των συνδεδεμένων μερών με τα πρότυπα της Επιτροπής της Βασιλείας και την επιβολή ορίου στις συνολικές εκθέσεις προς αυτά, στο 25% των κεφαλαίων CET1. Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει καταστεί σημαντικά πιο ανθεκτικό σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, ωστόσο επισημαίνει ότι η βελτίωση αυτή δεν αναιρεί την ανάγκη συνεχούς επαγρύπνησης απέναντι σε νέες εστίες κινδύνου.
Το Ταμείο σημειώνει ότι, παρά τη μεγάλη αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, εξακολουθούν να υπάρχουν παλαιά προβληματικά ανοίγματα σε ορισμένες μικρότερες τράπεζες, ενώ καταγράφηκε και αύξηση των νέων NPLs το πρώτο εξάμηνο του 2025. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης στον κίνδυνο επιτοκίων στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο και στον λειτουργικό κίνδυνο, με το ΔΝΤ να εκτιμά ότι τα δύο αυτά πεδία ενδέχεται να μην λαμβάνουν την απαιτούμενη προσοχή από τις τράπεζες και να ζητεί από τους επόπτες να εντείνουν την πίεση για την καλύτερη αναγνώριση και διαχείρισή τους.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι οι καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδιο για την ανάκτηση εξασφαλίσεων και τη διευθέτηση παλαιών κόκκινων δανείων, καλώντας τις αρχές να προχωρήσουν στις αναγκαίες θεσμικές παρεμβάσεις.
Το ΔΝΤ στέκεται ακόμη στην ανάγκη ενίσχυσης των εποπτικών πόρων της Τράπεζας της Ελλάδος στους τομείς της τεχνολογίας και της κυβερνοασφάλειας, καθώς οι απαιτήσεις αυξάνονται λόγω της εφαρμογής του πλαισίου DORA και της ανάδυσης νέων ψηφιακών κινδύνων.



